Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ποιητές σου λέει...



Σε μπλογκς ποιητικά και φόρα
το πνεύμα τους διαλαλούν
κι έχουνε πάρει τόση φόρα
που τίποτε άλλο δεν ακούν.

Ξέρουν τους στίχους ν’ αραδιάζουν
ξερνώντας τους σαν εμετό.
Ούτε κι αυτοί δεν τους διαβάζουν-
γιατί να τους διαβάσω εγώ;...

Με ομοιοκαταληξίες
δίνουν στην πλήξη τους ρυθμό
κι οι ελεύθερές τους στιχουργίες
μοιάζουν με ζώου βρυχηθμό.

Με αλληλοφιλοφρονήσεις
μα και με θράσος τσαμπουκά
άλλοτε κάνουνε μηνύσεις
κι άλλοτε γλείφουν σα σκυλιά.

Ίσως κι εσύ τους συναντήσεις
αυτάρεσκα να ομιλούν-
ευθύς θα τους αναγνωρίσεις
για τους μεγάλους αν σου πουν.

-Ανάξιος είναι ο Ελύτης!
-Μανιέρα έχει η Δημουλά!
-Σεφέρης ίσον λωποδύτης!
-Κι ο Καζαντζάκης ωχριά!

Κι αφού τους πάντες κριτικάρουν
ήσυχοι παν να κοιμηθούν.
Τι κι αν το νόμπελ δεν το πάρουν...
έτσι κι αλλιώς ...θα τ’ αρνηθούν!



© ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ

[το ποίημα, εδώ]

Η παραφορά του Ερωταφίου



ΠΟΙΗΜΑ Α΄


Στο μαλακό φως των κεριών
ρέουν τα πρόσωπα
παραπόταμοι που πάνε να ενωθούν
στ’ αργά νερά μίας λειωμένης Άνοιξης,
πολύχρωμη λάβα που με καταπίνει
καθώς απ’ τις κυλιόμενες σκάλες της μνήμης μου
αναδύεσαι όπως τότε, ελαφριά και αέρινη.
Φυσάει και γεμίζουν οι δρόμοι από εσένα.
Εύπλαστος πηλός που κολλάει στα χείλη μου
τ’ όνομά σου,
άσπλαχνη φλόγα που τρώει τα σπλάχνα μου
η μορφή σου,
τα μαλλιά σου μπερδεμένα λύνουν το αίνιγμα του
κόσμου.
Όλα τα σπίτια βλέπουν προς τον ακάλυπτο
ώμο σου,
τα δάχτυλά σου απαλά ν’ ανεμίζουν σαν κρόσσια του
ύπνου
στους κροτάφους μου
κι η εκκλησιά φωταγωγείται απ’ το αναστάσιμο φως
των ματιών σου.
Ω γλυκύ μου έαρ,
να μια φορά που το κερί σου θα σβήσει
απ’ το επιτάφιο δάκρυ μου,
να μια φορά που ο ήλιος ντροπιασμένος θα δύσει
γιατί δε θα φτάσει πιο ψηλά απ’ την ευτυχία μου…

Όμως στο κεφάλι μου ο ουρανός
κάποτε θ’ ακουμπήσει κατακόκκινο το ακάνθινο
φεγγάρι του.
Κι ο κόσμος όλος θα φωνάξει:
«Ιδού ο βασιλεύς των ανιδέων!…»

© ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ

[Το ποίημα εδώ]

Παίρνοντας το δρόμο των γραμμάτων.



Απογοήτευσα το μηδέν και μου έβαλε μονάδα.
Βύζαξα το γάλα και το μετέτρεψα σε μελάνι.
Γάμησα την παλάμη μου και γέννησα μια Μούσα.
Δυνάμωσα την ένταση της σιωπής ώσπου
Έκαψα τα ηχεία.
Ζήτησα τον άνθρωπο ουρλιάζοντας σαν θηρίο.
Ηττήθηκα από τον έρωτα κι έτσι ερωτεύθηκα τις ήττες.
Θέλησα μια θάλασσα κάτω απ’ το θόλο τ’ ουρανίσκου μου.
Ικανοποίησα την περιέργειά μου για τον κόσμο
Κοιτώντας με στα μάτια.
Λάτρεψα τη βροχή γιατί μου έμαθε πώς να πέφτω.
Μεγάλωσα τη λύπη μου καταβροχθίζοντας μικρές χαρές.
Νύσταξα με τις προσευχές και
Ξύπνησα βρίζοντας.
Οδήγησα τους πόθους μου
Προς το αντίθετο ρεύμα.
Ράντισα με το αίμα μου το χαρτί για να
Σταυρώσω ένα στίχο.
Ταριχεύθηκα μες στη μουσική.
Υποκλίθηκα στο μυρμήγκι για να του φορτώσω το δάκρυ μου.
Φίλησα έναν βάτραχο γιατί δεν ήξερε να μεταμορφωθεί.
Χαιρέτησα τις λέξεις που σήκωναν τα κεφαλαία τους για να δουν την τελεία.
Ψύχρανε κάπως μέσα στα γράμματα.
Ώρα να ωνειρευτώ ανορθόγραφα μια καλλιγραφημένη ζωή.




© POETRY’S LOVER - Ι.Ν.Κυριαζής
[το ποίημα, εδώ ]




Παρασκευή, Απρίλιος 11, 2008



Από μιαν άλλη γωνιά ιδωμένο
το ποίημα είναι
η μακροσκελής υπογραφή του Κενού
για το άγραφτο κομμάτι της σελίδας.
Αν λοιπόν γράφουμε ποιήματα
δεν κάνουμε τίποτε άλλο
απ’ το να δίνουμε συνεχώς
διαφορετικά επώνυμα στο Τίποτα.



© poetry's lover Kyriaz