Μόνο τις προεκτάσεις απ’ τα λόγια



Δεν θέλω να ονειρευτώ. Δεν θέλω μέσα στον ύπνο
κάθε τόσο να μπαίνω γυμνή και να θυμάμαι τον τόπο
των παιδικών μου χρόνων
κάθε τόσο να θυμάμαι έναν άνθρωπο
ένα παιδί
ή τη μάνα τριγυρισμένη απ' τους φράχτες του σπιτιού
να γελά μαζεύοντας από τα περιστέρια φτερουγίσματα
Και τις μέλισσες που πετούσαν παραληρώντας
και δάγκωναν σφιχτά τα δάχτυλά της
να τις ζωντανεύει στη γλώσσα της κρυστάλλινες, χρυσές
Δε θέλω να ονειρευτώ τ' όνομα του κοριτσιού
στο χωριό με την εκκλησία πέτρινη στην ανηφόρα
και τις καμπάνες που φωλιάζουν σ' όλα τα ξωκλήσια
Θεέ μου, σάμπως να στάθηκε αίμα από χιόνι στις φλέβες μου
και το μοναδικό κομμάτι πορφυρό
οι προεκτάσεις που τρέχουνε τα λόγια μου
Κι εγώ, που δε μπορώ να τα κρατήσω
δροσερά, στον ύπνο που ζεσταίνομαι
Δεν θέλω να ονειρευτώ. Όλα τα όνειρα
ορθάνοιχτα του αίματος


© ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΤΣΙΡΗ

[Το ποίημα εδώ]

Εποχές


Τα χρώματά σου διάτρητα
Στο στερνό πισωγύρισμα του καλοκαιριού
Κι από τις ταπεινές σου ομορφιές
Αναβλύζεις γλυφό νερό

Με αργή, ήπια σιγουριά
κατρακυλάς
Στις επάλληλες αναταράξεις των εποχών
Έως ότου
καταλαγιάσεις
Στα υγρά ρείθρα του χειμώνα
Να σκεπάζεις κρυσταλλιασμένες μνήμες
Και θυσανοσωρείτες από χαμόγελα

Περιοδεύοντας ξεπροβάλλεις
Σε όνειρα με θερμοκρασιακές αναστροφές
Και οι άνθρωποι
Αιώνιοι αυτόχειρες
Περιμένουν
την κυματιστή σου ηρεμία
να ανθίσει και πάλι...


© Poetic Justice
-(Marooned in a causality loop)

[Tο ποίημα εδώ]

ΠΡΟΣΕΥΧΗ



Κύριε Ιησού Χριστέ Θεού Υιέ
Σου ζήτησα μια ορχήστρα να συνοδεύω
όλες τις συλλαβές που βγαίνουν από μέσα μου
με τη ζέστα του φρεσκοπαιγμένου βιολιού
όταν ο ήλιος ανεβάζει πυρετό μέσα στα άνθη
όταν η έξαρση της Άνοιξης με χτυπά
σαν αλλεργία της λήθης
κι Εσύ τι μου Δίνεις; Μια βεντάλια.
Μα κι αν εγώ Σου κάνω το χατίρι
και ρεύματα δημιουργήσω πάνω απ’ τον ιδρώτα μου
Νομίζεις πως για μια στιγμή
Κύριε Ιησού Χριστέ Θεού Υιέ
που με Ελέησες με τον συμβιωτικό
ελαιόβιο της ποίησης κορμό
θα πάψει της αποστολής μου η εφίδρωση;
Μόνο με έναν τρόπο, Κύριε, θα στεγνώσω
αν πράγματι η θυσία μου άλλη δεν μπορεί
να είναι από αυτή- μόνο με έναν τρόπο.
Αν η βεντάλια Σου πνεύσει ανέμους
τους στίχους μακριά από το σώμα μου
στα πέρατα του κόσμου
τότε Σου το υπόσχομαι: θα αφυδατωθώ
ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων μου
ρόδο θα γίνω να κοσμεί το αντίτυπο
της γυναίκας που με αγάπησε πολύ.

Του έρωτα θ’ απομείνω
          δεινός σελιδοδείκτης.




© ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ

[Το ποίημα εδώ]

Φθινόπωρο



Από το ανοιχτό παράθυρο
φυσάει μέσα ο Σεπτέμβριος
και σβήνει
το λυχναράκι
του Καλοκαιριού.


Με τις πρώτες σταγόνες
ανοίγουν τις ομπρέλες τους
οι πυγολαμπίδες
και σκοτεινιάζουν
τα μονοπάτια του κήπου μου.


Στην ανεμόεσσα κόμη
της λύπης μου
ακόμα και το δικό σου χάδι
αποδημητικό.



© Lady Storm

[το ποίημα, εδώ]

άτιτλο



στο Ύψιλον
του άνω χείλους σου
η Υποτέλειά μου,
τεκνοποιείται.

και όχι,
μη πάει ο νους σου
στο κακό

να πάει
στο χειρότερο.




© Σαμψών Ρακάς

[Το ποίημα, εδώ]

το καλοκαίρι έξω από το παράθυρό μου



Γρίλιες κι ένα κομματιασμένο φως
θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια.
Πίσω από παράθυρα κλειστά
ράντσα, σεντόνια, χρώματα σβησμένα
ουλές αλμύρας για ένα καλοκαίρι.

Αφίσες, πόζες ηθοποιών, επαναστάσεις
σταυρόλεξα με το μολύβι κεντημένα -
λύσεις ερωτιδέων των αρχαρίων.
Για τους μικρούς θεούς του έρωτα μιλάω.

Κι έναν απ' την παρέα που κάποια μέρα
δεν κατέβηκε στη θάλασσα.

Έτσι, για να σημάνουν
εκείνες οι βραχνές φωνές
στις μουσικές που ακούγαμε
τα μεσημέρια.


© X2
( ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΠΙ ΔΥΟ)

[το ποίημα, εδώ]

Ποιητές σου λέει...



Σε μπλογκς ποιητικά και φόρα
το πνεύμα τους διαλαλούν
κι έχουνε πάρει τόση φόρα
που τίποτε άλλο δεν ακούν.

Ξέρουν τους στίχους ν’ αραδιάζουν
ξερνώντας τους σαν εμετό.
Ούτε κι αυτοί δεν τους διαβάζουν-
γιατί να τους διαβάσω εγώ;...

Με ομοιοκαταληξίες
δίνουν στην πλήξη τους ρυθμό
κι οι ελεύθερές τους στιχουργίες
μοιάζουν με ζώου βρυχηθμό.

Με αλληλοφιλοφρονήσεις
μα και με θράσος τσαμπουκά
άλλοτε κάνουνε μηνύσεις
κι άλλοτε γλείφουν σα σκυλιά.

Ίσως κι εσύ τους συναντήσεις
αυτάρεσκα να ομιλούν-
ευθύς θα τους αναγνωρίσεις
για τους μεγάλους αν σου πουν.

-Ανάξιος είναι ο Ελύτης!
-Μανιέρα έχει η Δημουλά!
-Σεφέρης ίσον λωποδύτης!
-Κι ο Καζαντζάκης ωχριά!

Κι αφού τους πάντες κριτικάρουν
ήσυχοι παν να κοιμηθούν.
Τι κι αν το νόμπελ δεν το πάρουν...
έτσι κι αλλιώς ...θα τ’ αρνηθούν!



© ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ

[το ποίημα, εδώ]

Μορικόνε


Άκουγα Μορικόνε
Και το είναι μου
έσταζε
τη φυγή σου
δάχτυλα
του χρόνου
φορούν το δαχτυλίδι σου
δείχνουν το φεγγάρι σου…
για μένα
ακόμα αόρατα είναι…

Πάνω στο τοίχο
έχει απομείνει η ανάσα σου
ξέχασες στο σεντόνι
ένα καλοκαιρινό σου βλέμμα
και δεν αντέχω
πια να σκεπαστώ…

Άκουγα Μορικόνε
και πέθαινα
ανοίγω τη παλάμη μου
σου είχα αρπάξει ένα χαμόγελο
και δεν στο δίνω
αν
λέω αν
απόψε αποδράσω
να χαμογελά κάτι επάνω μου…

Πάνω στο τοίχο
έχει σκαρφαλώσει η ζωή μας
φέρε μου το πρωί τσιγάρα
και καφέ
κι ένα ακόμη σ’αγαπώ
για να έχει το κουράγιο
ο ήλιος να ανατείλει πάλι



Ιουλ 09



© ΜΑΥΡΟ ΡΟΔΟ

[Το ποίημα, εδώ]

ΚαιροΦυλακτό



Στην είσοδο του ήλιου κολλητά στο παράθυρο
οι φρέζιες που ευνοήθηκαν αειθαλείς – στο βάζο˙
βάζω λέξεις ξερολιθιές όπου αδιαμαρτύρητα
συντρίβονται τα πεύκα απ’ το φως
– σκοτάδι, το πολύ ένα τζιτζίκι που τρεμοπαίζει
αβέβαιο μέλλον στην παλιά του φυσαρμόνικα.

Έτοιμος ο πίνακας – και υπογραφή:
εγώ, η άστεγος του ονείρου

Έξω απ’ το τζάμι στο περβάζι άσπρη άμμος
λευκό και το στεφάνι της από το κυματάκι
της το χαρίζει αιώνες απαράλλαχτα καινούργιο
η θάλασσα-σμαράγδι - κι έχει το χρώμα ακριβώς
από το δαχτυλίδι που μου άφησε η μάνα μου
πριν φύγει.

Σε άλλη φωτογραφία η Ελένη ξένοιαστη, λουλούδι
που παντρευόταν μοναχά στον ύπνο της
πολύ πριν με γεννήσει, δηλαδή – και έπεσα
από το άλικο φιλί στο μαύρο κλάμα
λες και δεν είναι αρκετά πυκνογραμμένη η ιστορία
της απατηλής διάρκειας και των πικρών ανέμων
– χαμσίνι λέγονταν κι έφερναν άμμο έρημο
ως δυσλεξία κατευθείαν μες στο στόμα.

Σύννεφο πουπουλένιο θα κατέβει στην αιθρία μου
από γαλάζιο δάκρυ της κατάκαρδα να με χτυπήσει τώρα
στάλα σφαίρα
– αχ, μάνα, μόνο για να σε διαψεύδω ζω το σήμερα
που όλο μου ’λεγες
Δεν θέλω να στενοχωριέσαι! Θα δεις, θα με ξεχάσεις...

Προσωρινά, φουσκώνω μαξιλάρι υπαίθριο
για ρηχό ύπνο και να με ξυπνήσεις
μόλις πέσεις με το αστέρι σου
– καιρός μου πάλι να μετακομίσω




© Νανά Τσόγκα (OnlySand)


[το ποίημα, εδώ]

Ήμουν παιδί

Ήμουν παιδί
του Κριτωνή τα βόδια είχαν ακόμη
στο πλάι τους τ΄ αυλάκι
και την αθκιά απέναντι -ήξερε; Δεν μιλούσε.
Χαιρέταε ό,τι εγώ σκιές γερόντων πρόφτασα
σημάδια των καιρών που φεύγαν.
Αργά αργά τους βλέπει να περπατούν
στο μονοπάτι π’ ανοίγει χορταριασμένη μνήμη
πλημμυρισμένη ρείθρα αποχαιρετισμών.

Πιο πάνω η διχάλα που δίχαζε το γρόσι μου.
Στο ‘να δρομάκι το μαγαζάκι του Αντρόνικου
στ’ άλλο της Κατερίνας.
Από ψηλά με θωρούσε το παλιό σχολείο.
Όνειρα σφηνωμένα στα τζάμια
με κάτασπρα μάτια.

-Άκου για άκου πώς γελά
το κοριτσάκι που έγινε γιαγιά μας.
(Σε φωνάζω μα γυρνά
νικημέν’ η ηχώ
με άδειο το στόμα της.
Πώς να σε δώσω στις λέξεις κι όμως σε δίνω).
*
Το φως του ηλιακού
κοιμόταν στα μαλλιά του.
-Κ. Νεόφυτε έχω γράμμα;

Έβγαινε ο χρησμός
πίσω από τα γυαλιά
έτρεχα
αχ χαράκωμα υδραγωγείου, προστάτη μου αγριόχορτο
να τ'αποφύγω:
-Στην ώρα του ποτέ
δεν θα ΄ρθει άνθρωπος
ελπίδα
ή και γράμμα.
*
Φώναζε η μάνα κι η άλλη μάνα
όπως νύχτωνε.

Κάτω από το γεφυράκι του νερού το πρόσωπο
στα παιδικά μου δάκτυλα
κομμάτια λόγια πλέουν
ο ήχος της πατερημής,
αναπνοές πουλιών κομμένες
από τα λάστιχα των αδερφών μου.


Μάζευε μάζευε η αθκιά.

2003

© Ηλιόδεντρον

[Το ποίημα εδώ]

Σε Εσοχές



Όλη νύχτα κουβάρι
να σε μαντεύω
φάντασμα

σαν κοιμηθώ πριν κοιμηθώ
γυρίζοντας απ’ το πλευρό των χαμόγελων
στο ελάχιστο παράθυρο
με το καντήλι των βλεμμάτων σπασμένο

© Ελένη Νανοπούλου.

[Το ποίημα εδώ]

ΚΕΚΙΒΔΗΛΕΥΤΑΙ



Δυστυχώς ήσουν ισουργός του έαρος
κι όλο νυκτέρευες σιμά μου ως περιάνθιο κέστρου

Η εκλεκτή παυσίλυπος, η θύμησή σου,
πλέον μία μητρορραγία της ωραιότητος γύρω μου,
και λάμνει το αίμα αντί η στερνή αχτίδα του ηλίου , κατά τη δείλη
και πια τα ερεμνά πέπλα της νυκτός , σαν προοίμιον άχθους
διαλαλούν έναν ερχομό σου, κήδειο

Στο σώμα , λακίσματα , ασυναίσθητα προκαλώντας
ως να χάραζα τον απόηχο του ονόματός σου με μιαν ακίδαν εκατοφύλλου
νιώθω να ρέει όλο το αίμα μου ροδόνερο
κι αρωματίζεται η νεκρότης μου, με διακριτικότητα μύρου

Η ποίησις μία Σταύρωση σαν αυτοχειρία , με ωθεί
να επιδεικνύω , θηλυκός Νυμφίος , τα σχίσματά μου
μα εσύ φεύγοντας , τόσο μου στέρησες την ανδρική γραφή
διδάξας πως από τον Έρωτα ποτέ μου δε λυτρώθηκα


© Αγγελική Κορρέ

[Το ποίημα εδώ]

amore ,



amore ,

Έναν χαμαιλέοντα θρέφεις στο χρώμα των ματιών σου
όσο και όπου αποσύρεσαι.


Στην ομίχλη,ο σερβιτόρος έρωτας σε πλησιάζει για μια παραγγελία.
Η δίψα σου είναι τόσο ορατή!
’ λευκό κρασί σε ποτήρι ‘teardrop’, παρακαλώ, με ίχνη από κάποιο κραγιόν ‘.
‘’ δεν μου αρέσει που δεν σε Ζω‘’
συλλαβιστό παρακάλι αναμμένης δάδας στο ξέσπασμα καταιγίδας.

amore mio ,

στα αρνητικά της ζωής, που εσύ αποκαλείς τέχνη
είμαι ένας κλέφτης, με ισόβιες προθέσεις
στις παρεκτροπές σου.
Παραβιάζω μόνο τους κωδικούς ,
για νε σε καλωσορίσω στην διαδρομή της ‘ανίας και του ‘τίποτα’ που θα
περιμένεις στην στάση ενός τραμ .

amore ,
no mio amore!

vivo solo per te!
je ne vis que pour toi.

Στις γλώσσες που χαϊδεύουν τις αποδράσεις
κοιμάσαι με την θλίψη , και αφήνω καταδιωγμένα σάλια
στο μαξιλάρι σου.
Πολεμάω το ντεκόρ αποστειρωμένης κουρτίνας
για μία σου υπνωτισμένη ιαχή
στα άγουστα χρώματα de luxe .

Ένιωσες μετάγγιση μελανιού;
Mασημένο χαρτί στα σαγόνια πένας στεγνής;

το σινιάλο του ‘τέλους’
και άλλα, υπόλοιπα αυθαίρετα χέρια,
αν ξαναφύγεις,
θα μαζεύονται στα στέκια πρωινών ωραρίων .

Reviens.

© Βάγγη Χατζησταμάτη

[Το ποίημα εδώ]

Η παραφορά του Ερωταφίου



ΠΟΙΗΜΑ Α΄


Στο μαλακό φως των κεριών
ρέουν τα πρόσωπα
παραπόταμοι που πάνε να ενωθούν
στ’ αργά νερά μίας λειωμένης Άνοιξης,
πολύχρωμη λάβα που με καταπίνει
καθώς απ’ τις κυλιόμενες σκάλες της μνήμης μου
αναδύεσαι όπως τότε, ελαφριά και αέρινη.
Φυσάει και γεμίζουν οι δρόμοι από εσένα.
Εύπλαστος πηλός που κολλάει στα χείλη μου
τ’ όνομά σου,
άσπλαχνη φλόγα που τρώει τα σπλάχνα μου
η μορφή σου,
τα μαλλιά σου μπερδεμένα λύνουν το αίνιγμα του
κόσμου.
Όλα τα σπίτια βλέπουν προς τον ακάλυπτο
ώμο σου,
τα δάχτυλά σου απαλά ν’ ανεμίζουν σαν κρόσσια του
ύπνου
στους κροτάφους μου
κι η εκκλησιά φωταγωγείται απ’ το αναστάσιμο φως
των ματιών σου.
Ω γλυκύ μου έαρ,
να μια φορά που το κερί σου θα σβήσει
απ’ το επιτάφιο δάκρυ μου,
να μια φορά που ο ήλιος ντροπιασμένος θα δύσει
γιατί δε θα φτάσει πιο ψηλά απ’ την ευτυχία μου…

Όμως στο κεφάλι μου ο ουρανός
κάποτε θ’ ακουμπήσει κατακόκκινο το ακάνθινο
φεγγάρι του.
Κι ο κόσμος όλος θα φωνάξει:
«Ιδού ο βασιλεύς των ανιδέων!…»

© ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ

[Το ποίημα εδώ]

Η νύχτα είναι πόλεμος



Η νύχτα είναι πόλεμος
Σηκώθηκες του σκοταδιού ελπίζοντας
το αίμα που σκορπίζεται
να κρατηθώ μόνο λέω μακριά
το σώμα από τα πράγματα που κατεβαίνεις
να κρυφτώ απ' το κλειδί της πόρτας με μια σκόνη
ή μια φωνή απ' έξω
Άκουσα τη φωνή, μάρτυρας εγώ τη νύχτα αυτή
με τη στροφή του αγέρα παντού
πιασμένη απ' το αίμα
τι ν' απομείνει φώναξα
τις άλλες ώρες την ακούω
να μετράει κόκκαλα
Η νύχτα είναι θάνατος
Αν είχα ένα χάος
αγέννητο στο αίμα μου
νύχτα είμαι η νύχτα θα σου φώναζα
στήθος με δαίμονα του χάους

© Κατερίνα Κατσίρη

[Το ποίημα εδώ]

ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΝ Η ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ



      Της Κυρίας που ποντίζει 
      τις επιθυμίες μου 
      στην άβυθο     
      θάλασσα του κορμιού της.



Κι αν
εγκαταλείπεις
τώρα
το εσώτατο

Επειδή ορμητικά
πλημμύρισε
ρανίδες
φωτός

Τόσα χρόνια
αύτανδρων
βυθίσεων
δε σε δίδαξαν;

Δε σκέφτηκες
τι κέρδισες
πλην
των αποστάσεων
τη συγκομιδή;

Κι αν σε μάλωναν
που πέρναγες
τα δάχτυλα
στα μαλλιά σου

είναι που τάραζες
τον ύπνο τους

Οι πνιγμένοι

Έτσι
ατιμώρητα

είχες μάθει
να σκορπίζεις

παραπλανήσεις
επιστροφής

στους εξόριστους

του βυθού σου.


© Γιάννης Τόλιας

[Το ποίημα εδώ]

ΔΕΝ ΕΖΗΣΕ ΠΟΤΕ ΤΟΥ Ο ΘΕΟΣ

Θα μιλήσει αυτός
που ’ναι άξιος ν’ αγαπήσει
αλλά ανάξιος ν’ αγαπηθεί.
Σκληρός, απότομος, φριχτός
χάνει μέσ’ απ’ τα χέρια του
τη γυναίκα του
την αγάπη του
των σπλάχνων του το φως
το αίμα των αγγείων του
τη ζωή της ζωής του
το κίνητρο τραγούδι
μελωδίες κάποτε στα κράσπεδα
και τώρα σάπια μουσική.
Αρνιόσουν πως κάποτε θα μ’ άφηνες
μονάχο μου- θυμάσαι;
Όχι εγώ ποτέ, όχι εγώ
ποτέ- λες και με μια προφορικότητα
στυλώνονται στο μέλλον οι αρνήσεις.
Σήμερα που ξεκόλλησες από πάνω μου
το μέσα μου σκοτείνιασε
δε βλέπει πού χτυπά η καρδιά μου
στήθος το νόημα δε βλέπει
ορίζοντα δεν έχει το πένθος αυτό.
Φλύαρα δάκρυα πήζουν το κρύο
κολόνες με καταπλακώνουν
θάβομαι στον τρόπο που με κοίταζες:
υπόσχεση
ότι δεν είχες τίποτα να μου συγχωρέσεις.
Για ένα είχες δίκιο:
δεν έζησε ποτέ Του ο Θεός
κι ίσως σε λυπηθεί
η παγωμάρα αυτής της νύχτας
που αλυχτώ σαν το σκυλί
την εγκατάλειψή Του.

© ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2009)

[Το ποίημα εδώ]

36



Έχεις για όνομα ένα ρήμα
Κουρνιάζεις στα στήθη του φθινοπώρου
Όταν χαμογελάς, οι λύπες χαμηλώνουν το βλέμμα
Όταν λύνεις τα μαλλιά σου, εκμηδενίζεις τις παρομοιώσεις
Βάφεις τα χείλη σου τείχινα
Γίνεσαι στροβοσκοπική
Μου σβήνεις τα επίθετα. Πώς να σε περιγράψω
Τίποτα δεν είναι ακριβώς πάνω σου
Το στόμα σου
Τα χάδια σου
Οι ώρες σου
Οι οργασμοί σου
Οι συντριβές σου
Οι μέρες δεν μπορούν να σε αγγίξουν
Με τα ματωμένα δάχτυλά τους
Το λιγδιασμένο τους βλέμμα
Κοίτα πώς κάνουν πασαρέλα σε πρωινάδικα
Φορώντας ρούχα δανεικά
Σπάζουν τα τακούνια τους στο πρόσωπό σου
Ό,τι και να σου πουν μην τις πιστέψεις
Η αγάπη δε συχνάζει στα ημερολόγια

[Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα]

© JAZRA

[Το ποίημα εδώ]

Περί ποίησης...



Ποίηση είναι ο εσωτερικός αλγόρυθμος του πένθους και της
ίασης .

© Ιωάννα

[Το ποίημα εδώ]

LACRIMOSA



Όταν

η βλάστηση των πρωινών σιωπών

πλαγιάσει

στην ανάσα σου

κι ο παφλασμός του γέλιου σου γίνει

κανέλα σε κόκκινα μήλα

όταν ξεδιψάσεις από νερό και λέξεις

ή ξεχάσεις

τον ήλιο

μιας φράσης

κάποιας δύσης

όταν

τα δάχτυλα σου αναπαυθούν

στα μεσημέρια

υπνωτισμένων γάτων

όταν γνωρίσεις

το άδυτο των ματιών σου

κολυμπώντας μ’ένα δελφίνι

τότε θα φύγω

για να σε ξαναβρώ

στο καφέ ενός άλλου Δεκέμβρη, στην

απέναντι θάλασσα

© Μαύρος Κυνηγός

[Το ποίημα εδώ]

23586


Κάτι δολοφονία έχει εδωμέσα
Κάνε πίσω.
Στα χείλη τα ίχνη της πυρίτιδας
από τα τελευταία μου λόγια.
Είναι η σιωπή μου ο πυροβολισμός

Το ποίημα είναι οι τιναγμένοι κάλυκες.

© Γιώργος Μίχος

[Το ποίημα εδώ]

Ο γάτος μου



Ο γάτος μου
γεννήθηκε κάτω απʼ όλους
τους αστερισμούς.
Είναι
αδύνατο νʼ ανακαλύψω
ανιόντες και θέσεις πλανητών
κατά τη γέννησή του.
Έχει καταργήσει τον ζωδιακό
κύκλο, ζώο αληθινό,
που αποστρέφεται τα ζωώδη.

Ο γάτος μου δεν αναφέρεται
στο ηλιακό σύστημα,
η γέννησή του έγινε
ερήμην των άστρων
και των επιρροών τους.
Είναι ένας γάτος
που αμφισβητεί το πεπρωμένο του,
αφού έπεσε τουλάχιστον
μια φορά ηθελημένα
απʼ το μπαλκόνι
του δευτέρου

στον ακάλυπτο.

© Σωτήρης Παστάκας "ΧΟΡΧΕ"

[Το ποίημα εδώ κι εδώ ]

Οικιακής χρήσης



Κι είναι φορές που λέω πάνω μου
Mαζεύτηκαν οι μαχαιροποιοί και φτιάχνουν
Λαβές και θήκες με παραστάσεις ανάγλυφες
-Εμπνέω γι' αργυρή λαβή, ή για ατσάλινη λεπίδα;-

Φωτιά, αμόνι, σφυρί
Σύνεργα και στοιχειά
Όλα εδώ
Εντός μου
Γεροδεμένα λεπίδια
Αιχμηρά
Ράχη καλοδουλεμένη, ευκίνητη
Να μπορεί
Να μπήγεται βαθιά

Άριστα υλικά
Ετερόκλητα κι όμως συνταιριασμένα
Ανθεκτικά
Λειασμένα
Στιλπνά και λαμπερά
Κάποια καλλωπιστικά, όσο να πεις
Επιδέξια λαξεμένα
Δες το ρουμπίνι στη στεφάνη

Και τ' άλλα, δίχως φλούδα
Να το κυρτό, τ' ακονισμένο
Το ισιωμένο στη μέγγενη
Γερά πυρακτωμένο
Όλα εδώ
Όλα εντός


Συνηθισμένη.Τώρα που με φιλοτέχνησαν, μπορώ μέχρι και να πουληθώ.

© Μαρία Παναγιωτάκη

[Το ποίημα εδώ]

Λίνα

Στάθηκα
εντεταλμένη αίσθηση στα ζυγωματικά σου
Θεώρησα μειλίχια τις έξοχες καμπύλες σου
χώρεσα..
στο εύγονό σου σήμερα..
το στείρο μου άλλοτε.
Για σένα αγάπη μου
παλινωδώ και.. θάλλω..
στρωμνή έρωτος..
ομότυπη της κρύπτης σου!


© Δημήτρης Δικαίος

[Το ποίημα εδώ]

ΟΥΡΑΝΟΚΑΤΕΒΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.

4.

Έτσι όπως συντάσσεται κι ο λόγος
Καμιά φορά.
Και εκρήγνυται με τα νοήματά του.

Περπατά πάνω στην πιο αφράτη γη ενός φανταστικού
Γραμματικού δικού σου κρατιδίου

Και αυθαιρετεί κρατώντας
Πιο μουσικό δικαίωμα απ’ ότι έχει κι ο μαέστρος
Αυτός εδώ της νυχτογεννημένης
Πικρής, μοναχικής
Ποίησης!

Μαθαίνεις από κει που και το λάθος σέβεται τον εαυτό του
Και ξεκλειδώνει το μυαλό και σου ανοίγει ορίζοντες
Αέναων περιπλανήσεων.

Και μόνον η πατρίδα που πικραίνει ολοένα
Έχει έναν τρόπο μέσα σου να σε πονά.

Τα πρωινά, χάριν του ήλιου,
Ιερατικό το φως ανέρχεται στα σκαλοπάτια της ημέρας!

Πίνεις νερό που δεν σου ξεδιψάει την αγρύπνια
Αγγίζεις τα αγάλματα
Είσαι
Σ’ εκείνο το μοιραίο θυσιαστήριο που με τις λέξεις
Βαφτίζεται στο φως που γύρω σου πλαταίνει
Και νικά!

28.6.2008

© Στρατής Παρέλης

[Το ποίημα εδώ]

Η Δόνα Μόνη

Δόνα Μόνη,
εικόνα αλμυρή.
Ανάθημα σ’ απόμερου θεού το τέμενος
ή και περσίδα στου φεγγαριού το σκούρο,
φωτάκι που ζυγιάζεται
μια στο κατάρτι
και μια στον άνεμο
σα σημαία από γάζα υποσχέσεων.
Άμμος τα παράπονα,
έρμα
στου πειρατή καιρού
το συνεχές αμπάρι.

Δόνα Μόνη,
του άγνωστου τοξότη ουρανός.
Πέρδικα στη χάση των περιβολιών
που τρέμει το πουλάκι της μην πάθει
και δένει το πηγάδι με το σύννεφο
ζεϊμπέκικο ν’ ανάψει σε σκυλάδικο
όπως στου Αη-Κρυφού το πανηγύρι,
εκεί που οι γύφτισσες καρδιές ξεδίνουν
μνήμονες μούσες
κηπουρές
σε κάμπο αλαφιασμένο από κύματα
δανεικά και άγια,
εκεί που ο κόλπος
-ως κοχύλι ή τάχατες ως αχινός-
σμίγεται μπεχλιβάνικα
με της ζωής το φίδι.

Τούτη την έρημο
η Δόνα Μόνη
ως Δήλιος κολυμβητής
ανάπρυμα διατρέχει.

© Γιώργος Τσαμάτης

[Το ποίημα εδώ]

Αναλλοίωτα

Στις άλλες μνήμες
όσες θέλει ας δίνει η φαντασία παραλλαγές :

......... Στο άφρισμα της θάλασσας
………... που αγγίζουν τα δάχτυλα των ίσκιων
......... οδοιπορώντας πάνω στα πλήκτρα των ωρών
......... ή σε μια πιο σκούρα απόχρωση
......... που παίρνει ο ουρανός τη νύχτα
......... καθώς βαθαίνει στον ορίζοντα

Αλλά σ’εκείνη την εικόνα
που χάιδεψαν τα μάτια μου,
σ’εκείνη τη στιγμή
που μένει ακίνητη στα χείλη μου,
η φαντασία τίποτα δεν έχει να προσθέσει


© Μανώλης Μεσσήνης

[Το ποίημα εδώ]

Δεν θυμάμαι...

Δεν θυμάμαι τον χρόνο
που στα βράχια σου χτύπαγα
σαν μαζί μου μοιράστηκες
το αντίο
μια απουσία που πόναγε
στον καιρό της ανάγκης
κι ας άφηνες πετραδάκια
ν' ακολουθώ
αλήθειες μικρές
μαχαιριές που τρυπούν
ευωδιές κι αρώματα πρωινού.
Το παραμιλητό, εισιτήριο
που δεν εξαργυρώθηκε
παλιό φεγγάρι που έσβησε
με θυσίες κι αιτίες
που δεν ομολογήθηκαν ποτέ
μόνον τα δάκρυα που έπεσαν
κίτρινα σημάδια σε χαρτί
ζωγράφισαν σελίδα παλιά
στον Ιορδάνη να ξεπλύνει
αμαρτίας σκιά
ο έρωτας δεν ήταν για μας.


© Σοφία Στρέζου

[Το ποίημα εδώ]

Ζεστή Πανσέληνος

Να τη φoβάστε την πανσέληνο
Να μαζεύεστε στα σπίτια σας νωρίς
και ν' ασφαλίζετε καλά την εξώπορτα.
Να προσεύχεστε
και να κοιμάστε με το βαφτιστικό σας σταυρουδάκι
κρεμασμένο στο στήθος.
Γιατί έξω
κάθε πανσέληνο
κυκλοφορούν οι ποιητές
ίδιοι λυκάνθρωποι.
Κατασπαράζοντας τα ήθη
των αθώων,
διψώντας για το αίμα
των ανύποπτων,
καλώντας με ουρλιαχτά
το Αρχαίο Νερό
που θα'ρθει κάποτε και θα σας κατακλύσει.
Να φοβάστε την πανσέληνο.

Στις γωνιές παραμονεύουν
τα επικίνδυνα όνειρα.

Ζεστή Πανσέληνος, 1988

© Σταύρος Ζαφειρίου

[Το ποίημα εδώ]

Ποιήματα γραμμένα σε SMS

Πάλι σε λάθος τόπο βρίσκομαι

γιατί τον χρόνο τον κοινό

δεν τον μοιράζομαι

με εκείνη που αγαπώ

κι όλα φαντάζουνε καμένα

στον ουρανό που πάγωσε

αφού το αστέρι της απόψε

δεν με συντροφεύει.

Γυρίζω πλευρό

σαν το μισοκαμένο κούτσουρο

γιατί ξέρει πως είναι κάπου εκεί,

η φωτιά που άναψε και σιγοκαίει.



Κάνεις τα δάκτυλά μου να βλέπουν:

ανοίγουν μάτια και μπουμπουκιάζουν

σαν άνθος γιασεμί,

που ξεπερνάει τη σχισμή

και ρίχνει μια κλεφτή ματιά


έξω από τον φράκτη.



Πόσοι είναι οι σπόνδυλοι;

Όσοι και τα χρόνια σου;

Έτσι όπως έχεις σκύψει

με το κεφάλι στην κοιλιά μου

και τους έχω όλους στη θέα,

τους βγάζω πενήντα δύο.

Μάλλον λάθος έκανα.




Ξαναμετρώ με τη γλώσσα μου

έναν προς έναν

κι έχουν τη γεύση

της ευτυχίας των χρόνων

που θα είμαστε από σήμερα μαζί:

ακριβώς τριάντα δύο.




Κάπως έτσι…

το κορμί σου σε οπισθότονο

ένα ουράνιο τόξο βρέθηκα να κρατάω

μες στο δεξί μου χέρι

πρέπει να κουβαλούσα μόνο την τσάντα μου,

για πολλά χρόνια

κι είχα ξεμάθει πως είναι

να κρατάς στα χέρια σου αγαπημένο σώμα

τον ύστερο σπασμό να δίνεις και να παίρνεις.




Μια τρυφερή αγκαλιά κι ένα γλυκό φιλί

στα μάτια που γελάνε

στο στόμα σου που μοσχοβολάει αγάπη

στα φιλιά σου που χορεύουν συρτό

στη μύτη σου που με ακούει προσεκτικά

στο λοβό του αριστερού σου αυτιού

που δαγκώνει τη γλώσσα μου

στη μικρή ελιά που κάθεται στον αυχένα σου

και την ανακαλύπτεις με έκπληξη

γιατί δεν το πίστευες

πως θα ήταν όμοια με τη δική σου:




η χαρά των φιλιών μου.




(από την ανέκδοτη συλλογή «σώμαΜΕσώμα»)
(Πρώτη δημοσίευση περιοδικό "Οροπέδιο" # 5, Καλοκαίρι 2008)




© Σωτήρης Παστάκας



[Το ποίημα εδώ]

Merlot



Με Ένα ποτήρι κόκκινο αίμα
Δοκίμασα απόψε
Να ταξιδέψω
Εις Υγείαν!
Με τόσο κρυμμένο Ήλιο
Με τόσα όνειρα σφιχτά δεμένα
Μέσα τη θεία ζύμωση
Με ένα φεγγάρι αχνό
Ντυμένο με ομίχλη και λήθη
οι Αφές του Ανέμου
Πάνω στην πηγή,
την πηγή που την έκανα δική μου μοίρα
Φιλί, ακουμπούν χωρίς να αγγίζουν
Μόνο νοιώθουν
Και τα χείλη δίψα στυφή
Κι οι στεναγμοί να αγγίζουν το σώμα
ανήμποροι να το κινήσουν
γράφω ξανά!
Τι να ονειρευτώ;
Που τα’ χω ζήσει όλα;
Μέσα σε μια ταχύτητα
σφοδρή κι ακατάπαυστη;
Τι παλμική μαρμαρυγή
να αντέξει η φλέβα;
Έτσι που πάλλεται το είναι
Σε απόλυτο συντονισμό με τη θύελλα
και την καταιγίδα;
Και τι πάθος να αντέξει μια Ένωση Ομοίων;
................................................................................................
Μυστική δίοδος
Ανάχωμα μοναξιάς
Τραγούδι σιγανό, αποκομμένο
Ήχος γλυκός, που στη μεμβράνη της ψυχής διαχέεται
Τέντωσε την πίκρα κι άπλωσε την
Να αφήσει ίχνος, από το λυγερό κορμί της, η θλίψη
Και να φύγει
…………………………………………………………………..


Καλημέρα στο αηδόνι που κελαηδά
Στη καταπράσινη μουριά που απέναντι φουντώνει
Στο χελιδόνι που έπιασε νωρίς-νωρίς δουλειά
Και στην αθόρυβη ομίχλη που σκεπάζει το μπαλκόνι

Καλημέρα στις ζευγαρωτές τις βυσσινιές
που σφύζουν από βουητό μελίσσι
και στο ζευγάρι που φιλιά
πιστώνει από το χθεσινό μεθύσι

Ξύπνησα και τριγύρω μου κανείς…
Να πω ψέμα; πως δεν σ’ έψαξα
Σ’ έψαξα… παντού
Κι είχες αφήσει Άστρο, κιτρινισμένο Υστερόγραφο
Που κείνη την ώρα όμως έδυε να φύγει
Και μήτε σκιά, μήτε σταγόνα πάχνης ψύχρα βρήκα

Μια βιαστική έκανα ευχή, εκπρόθεσμη αντίσταση
Μα η Πούλια μου’ είπε πως ήδη ήτανε αργά!!
Και το φεγγάρι απ’ ώρα είχε πια δύσει.
Κι ο Ήλιος Αργούσε ακόμα…
Κι έτσι η ευχή μου κρεμάστηκε στον ουρανό ερημιά
Ανάμεσα στο λυκόφως, σαν ξωτικό να τριγυρνά
Αύριο; Είπα… Αύριο;
Και έδεσα το ματωμένο χέρι μου,
με νωπή την ξυραφιά του χτες
Με αυτόν τον ψεύτικο επίδεσμο…
που’ είχες παραπετάξει νύχτες πριν…
………………………………………………………..
Και το Αύριο να αιμορραγεί
Ένα κατακόκκινο Ξημέρωμα

© non mollare mai

[Το ποίημα εδώ]

ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ



ΑΓΓΕΛΟΣ

"Φοβάμαι άλλη
στιγμή βραδυπορίας"
είπες
κι άφησες
ένα στρατιώτη να σε σύρει
εκτός μάχης
Ξέχασες μόνο
τη Βασίλισσα
σ' ένα πεδίο εκτός χρόνου
όπου αμετανόητοι ονειρευτές
μαίνονταν
μάχες παράτολμες.

ΙΩΑΝΝΗΣ

Χιλιάδες χείλη
κυριαρχείς επάνω μου
επιδημία, έξαρση
η λαίλαπα να πω
κι εγώ
να νοσταλγώ
την νήνεμη επαύριον
όπου τα θύματα σου
θα καταγράφονται
αυτάρεσκα.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Το σώμα χαλαρά ενδύομαι
κάθε πρωί
μετά από νύχτες
που καθρέφτες διασχίζω
μέχρις απείρου
άπειρη κι ακόρεστη
σε τόσα ψυχής
γυμνάσματα κοπιαστικά.

ΙΩΑΝΝΗΣ

Απέναντι
θα σε κρεμάσω
μ' ένα σχοινί
να διασχίζεις
το εμβαδόν του τοίχου μου
προστατευμένος από εσένα
ιδιαίτερα
αφού εγώ
στην ασφαλή σου ερημία
νανουρίζομαι.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Κι αν δεν υπήρξες
θα σε γεννήσω απ' την αρχή
τυμβωρύχοι ερώτων
κι ιεροφάντες
κάτι να βρουν
από την ιστορία μας...

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Τώρα ελεύθερη
-βλέπεις δεν έχω μάννα
κι αδερφούς για κοπετό-
λέω να πέσω
στις καλοξυσμένες
των μολυβιών σας μύτες
η στο escape του υπολογιστή σας
σαν πουλί
που το κλουβί του
το κατάργησε.

© Ελένη Στασινού

[Το ποίημα εδώ]

Ίμερος

Σφυγμός το φως

στο σώμα σου

Τον ίμερο μετράει.

Κι εγώ ενδίδω.

Κι εν δυοί οικώ.


Στην Α.Κ.

© Χρίστος Σιψής

[Το ποίημα εδώ]

Ανόητοι βουλιάξαμε

Στη νέκρα ήπιαμε νερό
Και τα είδωλά μας αντανακλούσαν στον πάτο που πιάσαμε
Μας κοιτούσαν σα γέρικα σκυλιά με κόκκινα μάτια
Ξυράφια ήταν οι φίλοι μας και απόγνωση οι κοπέλες μας
Όπως και να'χει,αύριο δε θα μας θυμούνται
Καίγαμε σαν τσιγαρόχαρτα τα χρόνια μας
Καίγαμε ότι με άτιμους ιδρώτες αποκτήσαμε
Τότε δε διαφέραμε και πολύ απ'το τίποτα.


© Kώστας - outcast poetry

[Το ποίημα εδώ]

Κάποτε...

Το αίμα στα ρούχα μου
Ήταν όπως η σκόνη
Που αφήνει η πεταλούδα
Καθώς γλιστράει απ’ το χέρι
Ή ίσως το φτερό που ξεκολλά
Απ’ το δέρμα του καναρινιού
Πάνω στη λαχτάρα της ελευθερίας
Μόνο που εγώ, έπρεπε
Να βρω ένα τρόπο να το καθαρίσω
Γιατί με περίμενε κόσμος στο σαλόνι
Με απαθή βλέμματα και καθαρά ρούχα.

© Βασίλης - outcast poetry

[Το ποίημα εδώ]

έως θανάτου

Η στρατιά των λέξεων
σήμανε σιωπητήριο
Στα νεκροκρέβατα της μνήμης
τώρα αναπαύεται

Όσα ήσαν
όσα χάθηκαν
σαβανώνονται

Εκκρούω
το ε του Έρωτα
το άλφα της Αγάπης

Η γεύση που απόμεινε
δηλητήριο του νου

Το κόστος των πράξεων
απροσδιόριστο
βάρος η συνέχεια
δυσβάσταχτο
Βάρος όλα
ως και η ζωή
η επιμένουσα

Αναδεύονται επιταγές
και κελεύσματα
-Τις εί;
Ποιος ταράσσει τον βαθύ μου ύπνο;
Από όλα είμαι απούσα
από όλα απέρχομαι

Στα τραύματά μου
υπέκυψα

Υστάτη πράξις
χρωστούμενη στην
νέα τάξη των πραγμάτων
Πυροβολώ
τις ελπίδες μία προς μία
Τις εκτελώ
Μην με βρουν ανύποπτο θύμα
Μήπως με υπνωτίσουν
ξανά

Το επιδιωκόμενον
η αφασία
Νοός ακινησία
σε κώμα
διαρκές

Και ω, να επιτέλους
η σιγή
η ατσαλάκωτη Σιγή
ως νέα ένοικος
των εγκεφαλικών κυττάρων
εγκαθίσταται

Επιβεβλημένη
Σαν το κενό που βουίζει στο μυαλό
αμέσως μετά
την πρόσκρουση

το εφιαλτικό κενό
του τετέλεσθαι

Εκκενώνω τον χώρο
και παραδίδω τα πάντα
πλέον

Νεκρώνομαι
κι από τις αναμνήσεις μου
ακόμα


καθώς κρυώνω

Κρυώνω έως θανάτου

© Ignis - Εσώτερα Ενδότερα

[Το ποίημα εδώ]

Φέτα ουρανός

“Το δικό μας δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός
δεν περνούν από δω ξυλοκόποι” (Μ.Αναγνωστάκης)


Δε χάνει χρώμα ο ουρανός όσο αν ξυλευτεί
βρέχει μια γαλάζια βροχή
ποτίζει μπλούζ την ψυχή
πριν προλάβεις να κάνεις ευχή
γεμίζει αστέρια τη γλώσσα σου

Περιμένοντας τη λέξη σου

σκύβω στον καιρό
λωρίδες ουρανού μαζεύω
ένα αστέρι
ουρανό σκοπεύω
νάχουν τα τραγούδια το σκοπό τους.


© Έκτωρ - Σχήμα Τελικό

[Το ποίημα εδώ]

« Χωρίς »

Πηγές μην ψάχνεις
Δεν έχει αθάνατο νερό
Να πλύνεις τον καιρό
Γωνιές
Ιστούς
Κι άδεια πηγάδια
Μα εσύ
Χωρίς το φόβο των διχτυών
Κοιμήσου
Κόκκινο χρώμα έσταξα
Και λίγο όνειρο
Στην όχθη των ματιών
Να `χεις
Στης νύχτας τα περάσματα μαζί σου

© Σωκράτης Ξένος
από τη Συλλογή : ΣΗΜΥΔΕΣ

[Το ποίημα εδώ]

Φεγγαράκι μου μισό



Η βραδιά ήταν αυστηρώς ερωτική
Και Σκόνταψα στην Επιθυμία
Στη σφοδρή Επιθυμία
Να γίνω εσύ



© ΦΛΕΓΟΜΕΝΟΣ

[Το ποίημα εδώ]

Η βλάστηση Των Χειλιών

Γιατί τρέμεις πλάσμα;
αναγερτός
σπάνια πλέκω έντιμες λέξεις
και παίρνει να χαράζει ένα άφατο πρωινό επαίτης ίριδας
Εκάτη που ορίζεις τα έγκατα χρόνια
με τα υψωμένα μπράτσα
άπατρις κτώμαι τη βλάστηση των χειλιών

πριν ξημερώσει από τον άμβωνα με τις μεγάλες πέτρες
ο Έλενος στρατεύει ένα πουλί
άσαρκο μελλούμενο
να σφίγγει τις εκτάσεις και τα θάματα
σαν καημός - εξομολόγηση θνητών
δεν έχει άλλο βάρος
παρά της λαιμητόμου
σταγόνες που γυαλίζουν εκτεταμένη ελπίδα
του σφαδάζω δυο τριαντάφυλλα σιγής
άλικη ορμή του ρίγους

τα πρώτα ανασαλέματα
αμφίαλος ύπνος
με τα κλεμμένα άσπρα Άβδηρα δάχτυλα
και τον αυλό ηδονή
Αγλαοφήμη αδράχνει τον σκοπό

μπορεί και η ανατριχίλα να έχει φως
κι έτσι κοιμάμαι ελεύθερη αποστήθιση
ορίζοντες και άμυνες δεν έχει η νύχτα

ακούς τον ορθοστάτη σφυγμό;

© Ελένη Νανοπούλου

[Το ποίημα εδώ]

Αλλόκοτα φεγγάρια

Ι.

Εκείνη τη νύχτα
που δεν υπήρχε στάλα φεγγάρι
να κρατηθείς
έσταξε το σκοτάδι εγκαύματα

Γύρω η μαύρη γη ν' ανατριχιάζει με το πάτημα
κι ύστερα πέτρες που μετατοπίζανε τον ήχο
κι ύστερα φόβος και σιωπή
κι εγώ να κρυώνω βυθισμένη
σε τόσες καταχνιές

Κρυώνεις κι εσύ
πηχτό Σκοτάδι, φώναξα
που στάλαξες την αγωνία στη φωνή;


Κρυώνεις κι εσύ Άγγελε θανατερέ
που στάλαξες μια θλίψη
κι ανατριχιάζει η ψυχή;


Εκείνη τη νύχτα
όλο πάθος ούρλιαξα:
νύχτα, νύχτα, νύχτα
μήτε λουλούδι για νεκρό
ξανά δεν σου χαρίζω.......


© Κατερίνα Κατσίρη
(ΖΟΖΕΤ Αθώο Μαύρο)

[Το ποίημα εδώ]

ΟΙ ΘΟΡΥΒΟΙ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Ήλιος πρωινός
Λεπταίνουν οι σκιές
γλιστρούν
κρατιούνται από τους τοίχους
τους χοντρούς και πέφτουν.
Η πόλη χασμουριέται.
Καφές πικρός
κι' απανωτά τσιγάρα.
Με σίδερα στην πλάτη
η μέρα ξεκινάει.
Ξινή δουλειά
στυφή ρουτίνα,
και μάτια
καρφωμένα στο ρολόι.
Το διάλειμμα,δεκάλεπτο,ασθματικό.
Τα σπλάχνα μας γεννάνε την ημέρα.
Σπρώχνουνε και ρουφούν
το μεροκάματο.

Χτυπάμε λαϊκά βαριά
κι' αντέχουμε.


© Γιώργος Τσιρώνης

[Το ποίημα εδώ]

Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ



Εσύ που άντεξες μαζί μου στο δωμάτιο
ώσπου στα έγκατά μας να τριφτούν
τα δέρματά μας
κι η γη μας να σειστεί απʼ τη διείσδυση
όνομα χρειάζεσαι, χρειάζεσαι ελάφι.

Γυρίζω το κεφάλι˙ σʼ άκουσα

κι αντί να φύγω τρομαγμένος
που μέσα μου δεν άφησες φωτιά
να μην ανάβει
σε λέω Αλουραίμ και σε κοιτώ
στα μάτια:

στο λαιμό σου ερεθίζεται το πιο αγνό χρυσάφι
(ποιο χρυσάφι να σʼ αντέξει
ποιο χρυσάφι να σε πει;)
στο στήθος σου εκκρίνονται τα ξαναμμένα χείλη
(ποιο ποίημα να σʼ αντέξει
ποιο ποίημα να σε πιει;)
και στους μηρούς σου απορροφάται
το ηλιόμαγμα
ώστε αν μικροπράγματα
ποτέ σʼ απασχολήσουν
(μια κοσμική καταστροφή)
να θυμηθείς πώς ήταν στο δωμάτιο
και με την πρόσκληση του σώματος
να στείλεις

το φως ξανά στη θέση του στο κέντρο.

© Δημήτριος Μουζάκης
( SOUL FOR POETRY )

[ Το ποίημα εδώ ]

Αγαπημένε μου



Αγαπημένε μου,

Κάποτε
θα σε αναζητήσω
μακριά
απο τις απώλειες
σαρκοφάγων ημερών

θα σε διεκδικήσω πάλι,
μακριά
απο τις σκευωρίες
νεκρών αναμνήσεων

Κάποτε
θα ξεφύγω
μακριά
- Θεέ μου, πολύ μακριά -
απο τις τυπικές διαδικασίες
αναπαράστασης ζωής

μακριά
απο τα υποταγμένα
του χρόνου ανάκλιντρα

Και εσύ;
Εσύ
κάποτε θα έρθεις να με βρείς

Μακριά απο των ανθρώπων τα εφήμερα.



Μαρία Ροδοπούλου © 2008
απο το "Βιβλίο των Νεκρών"


Y.Γ. Κι όσο σκέφτομαι
τι πλήρωσα
για μια και μόνο νοσταλγία
που ποτέ δεν μου δόθηκε ...

© Μαρία Ροδοπούλου
(Dark Virtual Poetry)


[Το ποίημα εδώ]

Όταν Εγώ Αγαπώ



Μ' ένα καινούριο ήλιο
θα ντύσω τις λέξεις μου
να μη φοβάσαι να μη κλαις
Γιατί όταν εγώ αγαπώ
κρατιέμαι απ' το φεγγάρι
και τραμπαλίζομαι

Μέχρι η ζάλη μου
το αίμα σου να νιώσει ζεστό,
να ρέει κάτω απ' τα χλωμά πατήματά μου
Γιατί όταν εγώ αγαπώ
απροστάτευτο βρέφος γεννιέμαι
ξανά και ξανά

όταν εγώ αγαπώ...


© Στέλλα Γεωργιάδου
(Just a Woman)


[Το ποίημα εδώ]

Καθρέφτης (και) θρύψαλλα



«Έμαθα ανασταίνεις τριαντάφυλλα
κι ήρθα να δω από κοντά το θαύμα»
είπε ο επισκέπτης και αμήχανα
ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι
- φάνηκε κραυγαλέα η απαίτηση
καθώς ο έβενος του ξύλου αντιστεκόταν.

Ο Γέροντας τον κοίταξε ευθεία στα μάτια
θα πει, βαθιά και μέσα στην ψυχή του
τι γύρευε ένας κοσμικός στο σπίτι του
με καλοζωισμένη ανασφάλεια
και θράσος αμετάκλητης ισχύος;
«Λοιπόν; θα μου επιδείξετε το απίστευτο τρικάκι;»
«Πείρα-μα λέγεται˙ επειδή
φέρνει την πείρα του Θεού το μα της δυσπιστίας»

Ο άλλος χαμογέλασε με τρόπο ανυπόμονο
που ήθελε αποδείξεις:
«Άδικα λοιπόν έχασα το χρόνο μου μαζί σας»
«Ώσπου να φύγεις από δω, εγώ θ’ απουσιάζω»
και πέταξε το τριαντάφυλλο νεκρό στις στάχτες.
Τρώμε τις απογοητεύσεις φρόνιμα
κι αντιγυρίζουμε με πνεύμα της δεκάρας.

Τα ροδοπέταλα αιωρούνταν στο δωμάτιο αθέατα
φεύγοντας κιόλας στις ακτές τού Πρώτου Χρόνου
το βλέμμα τού Γέρου έπεσε μέσα στις στάχτες
σβησμένο τζάκι απότομα συννέφιασε
ξεχύθηκαν ποτάμια σκοτεινά δυσοίωνα
κυλώντας πτώματα τυμπανιαίας αλλοτρίωσης
καιροί απεγνωσμένοι και, αχ το βάρος
τού εαυτού ως τις γυμνές πατούσες˙
των άξιων τα μάτια αθώα στα θαύματα
με του Πρωτόκλητου το στίγμα μες στην πίστη.

Ο επισκέπτης ήταν ήδη στην εξώπορτα
όταν το ρόδο άρχισε να ζωντανεύει˙
την πλάτη τού αλαζόνα έσπρωχναν ζεστά
χρεώσεις απλουστεύσεων που έχασαν το βήμα
και τοκισμένες στο εγώ τους αυταπάτες.

«Κανείς που τον θυμάσαι δεν εχάθηκε
εσύ θα μείνεις μόνο ασυγχώρητος
που πέρασες και δεν σε ξόδεψε η αγάπη»
ψιθύρισε ο Γέροντας κι έψαξε ουρανό
να καλλιγράψει τα αιτούμενα.


©Νανά Τσόγκα - Sea & Sky
[το ποίημα, εδώ]

Παίγνια



Συχνά ανάμεσά μας
δολίως παρεισφρέουν
έποικοι κάποιοι θεοί
Στις χώρες των ανθρώπων
υπεισέρχονται
με κίνητρο την ευαρέσκειά των
και μόνον
Δεν θροΐζουν στο πέρασμά των
δεν ηχούν
δεν νοιώθεται κάν πως έφτασαν εδώ
και μειδιούν μαζί μας
Αργά ρίχνουν τις θεόρατες σκιές των
επάνω στις επιθυμίες των ανθρώπων
στα όνειρα
και τα άλλα
Εκεί κατασκηνώνουν και παρατηρούν
κι αρέσκονται συχνότατα
να μας εγείρουν τον νου
κι άλλο
μεταμορφώνοντας περίπλοκα
τα όνειρα σε ελπίδες
και στόχους εφικτούς
Και τότε είναι που
εντός μας έχουν πλέον κατοικήσει
και δήθεν κι εμείς
όμοιοι είμαστε κι ιχώρ
στις φλέβες μας κυλά αδιακρίτως
Πιστεύοντας ασμένως
πως όλα είναι δυνατά
και τάχα είμαστε κι εμείς θεοί μαζί των
Πεφιλημένοι των μύχιών μας σκέψεων
και των ανομολόγητων των ηδονών
αναδεικνύονται
Κι όταν καλά καλά μας έχουν ξεσηκώσει
κι όταν τα πιόνια δεν τους διασκεδάζουν πια
αποφασίζουν το αναλώσιμο της ψυχής μας
Ορθώνονται υψηλοί κι ανάλγητοι
τερατώδεις
και μ’ ένα πάτημα εκεί
σαν κανθαρίδες με το πόδι τους
μας λειώνουν
μας συνθλίβουν

Τότε ακούγεται ο ήχος μοναχά
το κρακ του τέλους
το απόλυτο



Τα όνειρά μου κυματίζουν μεσίστια.



© Ignis
ΕΣΩΤΕΡΑ-ΕΝΔΟΤΕΡΑ
(το ποίημα εδώ )

SURFACEBOOK



Εδώ θα κάτσουμε, είπαν και
Σηκώσαν λίγο τα παράθυρα

για να μπει ο αέρας

αλλά φάνηκε τοίχος

πάλι,

Μέσα στη κάμαρα δεν υπήρχαν
Έπιπλα, μήτε άλλη παρουσία

ανθρώπινη

-μονάχα

το κενό

Στον τοίχο ήταν αραδιασμένα
Πολλά κάδρα φτηνά, δευτέρας

διαλογής

που εικονίζαν

και αυτά

Ανθρώπους που έμπαιναν σε
Ένα άδειο σπίτι και ανοίγαν

τα παράθυρα

Και δίπλα τους, κάδρα στους τοίχους
Αμίλητα που φανερώναν και αυτά με

τη σειρά τους ξανά τα ίδια

σε άπειρη ακολουθία

και αχανή αλληλουχία,

Οι εικόνες αυτές, σκέφτηκαν φωναχτά
Οι άνθρωποι, είναι το μοναδικό

περιουσιακό μας στοιχείο

απ'ό,τι φαίνεται,

αποφαινόμενοι με ελαφρά κατάθλιψη,

Τι άλλο κατέχουμε, τούτο θα μείνει
Σκοτεινό εις τους αιώνες, είμαστε

μάλλον

η πρώτη γενεά

Που απέκτησε τα πάντα χωρίς να
Έχει τίποτα δικό της απολύτως

Δεν είναι σίγουρο καν ότι κατέχουμε
Τους εαυτούς μας, προσπαθούμε

Να το διαπιστώσουμε αυτό κοιτώντας
Μέσα στις μορφές που εικονίζονται σε

τούτα τα θλιμμένα φινιστρίνια

που απο τοίχο

οδηγούν σε τοίχο

Όμως το συμπέρασμα που προκύπτει
Αβιάστως είναι πως οι εικονιζόμενοι

Είναι εξ ίσου κτήτορες όπως κι εμείς
Χωρίς κανένα κτήμα, - ώστε λοιπόν

το θρυλούμενο

απόκτημα

δεν προσεκλήθη ακόμη·

Σε τούτο το Βιβλίο της Ζωής όπου
Eγράφησαν τα ονόματα 'παρχής

Του κόσμου, της δημιουργίας απαρχής,
Εντοπίζεται το όνομά μας πιθανώς

όχι όμως πια εμείς,

Είπαν, και σηκώθηκαν κουρασμένοι
Για να ξανακαθήσουν στο πάτωμα,

όχι πια εμείς,

Είπαν ξανά με ευχαριστημένη λύπη
Κατακαθήσαντες ανέτως ωσεί ίζημα

σε υάλινο σωλήνα εργαστηρίου,

όμως ευτυχώς, ούτε άλλος κανείς





© The Return - Διονύσης Πλατανιάς
[το ποίημα εδώ]

Παίρνοντας το δρόμο των γραμμάτων.



Απογοήτευσα το μηδέν και μου έβαλε μονάδα.
Βύζαξα το γάλα και το μετέτρεψα σε μελάνι.
Γάμησα την παλάμη μου και γέννησα μια Μούσα.
Δυνάμωσα την ένταση της σιωπής ώσπου
Έκαψα τα ηχεία.
Ζήτησα τον άνθρωπο ουρλιάζοντας σαν θηρίο.
Ηττήθηκα από τον έρωτα κι έτσι ερωτεύθηκα τις ήττες.
Θέλησα μια θάλασσα κάτω απ’ το θόλο τ’ ουρανίσκου μου.
Ικανοποίησα την περιέργειά μου για τον κόσμο
Κοιτώντας με στα μάτια.
Λάτρεψα τη βροχή γιατί μου έμαθε πώς να πέφτω.
Μεγάλωσα τη λύπη μου καταβροχθίζοντας μικρές χαρές.
Νύσταξα με τις προσευχές και
Ξύπνησα βρίζοντας.
Οδήγησα τους πόθους μου
Προς το αντίθετο ρεύμα.
Ράντισα με το αίμα μου το χαρτί για να
Σταυρώσω ένα στίχο.
Ταριχεύθηκα μες στη μουσική.
Υποκλίθηκα στο μυρμήγκι για να του φορτώσω το δάκρυ μου.
Φίλησα έναν βάτραχο γιατί δεν ήξερε να μεταμορφωθεί.
Χαιρέτησα τις λέξεις που σήκωναν τα κεφαλαία τους για να δουν την τελεία.
Ψύχρανε κάπως μέσα στα γράμματα.
Ώρα να ωνειρευτώ ανορθόγραφα μια καλλιγραφημένη ζωή.




© POETRY’S LOVER - Ι.Ν.Κυριαζής
[το ποίημα, εδώ ]




ερασιτέχνες δικαστές



Κάποτε θα καθίσεις στο εδώλιο
του μεγάλου δικαστή και θα σε ρωτήσει:
Αγάπησες;
- Πολύ!
Θάνατος!
Μίσησες;
- Πολύ!
Θάνατος!
Αμάρτησες;
- Πολύ!
Θάνατος!
Μετάνιωσες;

- Καθόλου!
Θάνατος!
Και όπως την ποινή σου θα διαβάζει
θα σηκωθείς έξαλλος «ρε σκιτζή» θα του φωνάξεις
«πως τολμάς και καταδικάζεις τετράκις σε θάνατο μόνο
έναν χίλιες φορές σκοτωμένο;»



© -κατ'ιδίαν- Γιώργος Ποταμίτης

[θα το βρείτε, εδώ]

ΕΝΑ ΝΑΥΑΓΙΟ ΚΑΛΛΙΤΕΡΑ



Τραυλίζω μουρμουρίζοντας
ακατανόητες συλλαβές
λέξεις νεκρές
ανίκανες να κοινωνήσουν
το τρεμάμενο των φιλιών μου
τις αντανακλάσεις του φωτός
μέσα στο λέκτρον της ψυχής μου

Μεταίχμιος ο λόγος μου ακόμη
μεταγράφει τη σιωπή μου
Μηδείς εδώ
Το στίφος μου κρίνει τα έργα
τα πυλώματα μου σφαλίζει ο συρφετός
Μόνη διημερεύω εντός μου
σε βαθύκρημνους τόπους πορεύομαι
Ο διάπλους διαλγής, μα βαρύτιμος

Μύρομαι στο σκοτάδι

Γεννημένη απ' τη φωτιά της οδύνης
σημαίνω το ρείθρον του ποταμού
Ένα ναυάγιο καλλίτερα
παρά να μην έχω ταξιδεύσει



© ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ
-Εσπερίδες

[το ποίημα, εδώ ]

Καλοκαιρινή μπόρα

Με κεραυνούς καλοκαιρινής μπόρας,
με το ρεύμα κομμένο μες στη νύχτα,
με τη φαντασία αντί για μάτια
στην επόμενη αστραπή θα σε κοιτάξω
-νιώθω να ξετυλίγεις το κορμί σου-
να δω πόσες εικόνες θα προλάβω
να μαζέψω.

Σωπαίνεις λες και σε πρόσταξε
το απόλυτο σκοτάδι να το σέβεσαι.
Κλείνεις τα μάτια,
κομμάτια νύχτας βυθίζεις στο κορμί σου,
σφίγγεις στις χούφτες το υγρό σεντόνι σου,
μυρίζεις την ερωτική καταιγίδα.

Ύστερα, ίσως κολλήσεις
τα στήθη σου στο κρύο τζάμι
-χωρίς φως κανένας απ’ τους γείτονες
δε θα τύχει να σε δει-
του κορμιού σου τ’ αποτύπωμα
θα το διαβάσουν μονάχα οι αστραπές.



© Θοδωρής Βοριάς

[το ποίημα, εδώ]

Ακόμα



Τελευταία το ίδιο όνειρο βλέπω

Ο πατέρας να με καλεί
απ' τον ανοιχτό τάφο

"Έλα άργησες...
Πρέπει να κλείσω..."

Κι η μητέρα πάντα πονόψυχη
να τον μαλώνει

"Άφησε το παιδί έξω να παίξει..."



© ΜΙΜΗΣ ΚΩΣΤΗΡΗΣ
[το ποίημα, εδώ]

Η ΠΑΡΑΚΑΜΨΗ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Χτίζουμε παραστάσεις και ιδέες
Για το μεγάλο συμβάν που είναι

να έλθει,

'Ελεγε ο εξεγερμένος της Κρονστάνδης
Στο Λάμα που κοιμόταν εκεινη τη

στιγμή,

Όμως σπανίως συμπίπτουν με αυτό
Όταν καταφθάνει, ας πούμε ότι είναι

λίγο

σαν

έπιπλα έξω στη βροχή

Το νερό τα έχει μετατρέψει ήδη
Σε σκέλεθρα βαρκών που δεν

έπλευσαν ποτέ

Το πλήθος γύρω τους αποφασίζει
Τελικά να τα μαζέψει από κει και

να τα πάει

πίσω στο σπίτι

Όμως σπίτι δεν υπάρχει πλέον μηδέ
Και οι ένοικοί του, στη θέση τους

μονάχα εγώ

καθώς αυτή τη στιγμή

απορώ,

Λάμα με ακούς; κοιμάσαι; σκούνταγε
Τον κοιμισμένο να ξυπνήσει, άσε με

ονειρεύομαι,

είπε αυτός,

Τι όνειρο βλέπεις, για πες μου και μένα,
Του είπε ο ναύτης, εγώ βαρέθηκα πια

να βλέπω όνειρα

αποφάσισα να τα κάνω

πραγματικότητα,

Αλλά να, παρατηρώ αυτό, συνέχισε ο
Άνθρωπος της από πάντα δυσεπίλυτης

Κρονστάνδης,

Κάθε όνειρο που περνά σε ζωή απαιτεί
Δέκα ακόμη όνειρα για να μη χαθεί

Και κάθε ζωή που εξ ονείρου προκύπτει
Απαιτεί πολλές ζωές να το θρέψουν

Είμαστε τα νόθα,

αθέλητα παιδιά των ονείρων

Και είμαστε ακόμα οι άνθρωποι
Που κοπανάνε μονίμως ένα

καρφί στο τοίχο

μπας και μπορέσει και σταθεί

επιτέλους

Μπας και μπορέσει το ίδιο
Να χαθεί μες στους σοβάδες

για να συγκρατήσει το

Ετοιμόρροπο κάδρο της εποχής
Μια ολόκληρη τρικυμία ωστόσο

από ρωγμές

τόσο αβίαστα προκαλώντας

σαν σε όνειρο κακό

Από το οποίο όμως
Όλοι διστάζουν να ξυπνήσουν




© The Return
[το ποίημα, εδώ]

Η Λέξη

Καμπάνα σε ήσυχο τοπίο
η ερημία της άνθισε καμπανούλα
αγρολούλουδη μορφή σχεδόν
άυλου ονείρου σκάβουν οι ρίζες
σκάβουνε ως τον ουράνιο πυθμένα
μαζικά διορίζονται Πελασγοί
στη βάπτιση του θαλασσόχορτου
πουλιά με ανθρώπινη φωνή κεντούνε
αστερίες - οι αιθέρες
λυγίζουν κλαίουσες ιτιές
από τις ευωδίες των άστρων
και μαρτυρούν στον ταπεινό τα ένοχα
μυστικά των αιώνων.

Κρεμιέται στη μυρτιά το ρολόι του Κόσμου
το σύμπαν με νότιες υποσχέσεις
ως το πρωί θα μεγαλώσει η σκάλα
του ουρανού παλίρροια ψυχή.

Πετάς χωρίς φτερά και φτάνεις
όστρακα μνήμες μπροστά στα πόδια σου
κλειστά
- μόνο μια λέξη ποίημα
έχεις στην τσέπη σαν κοφτερό
γυαλί μα που δεν βρίσκει φλέβα -
εις μάτην πάλι στον μελίρρυτο
γκρεμό σου κατρακυλάω
βοτσαλάκι με τις ρίζες μου.

Ό,τι χάνεται σού ανήκει για πάντα
κι εγώ ακολουθώ την τακτική των ονείρων˙
για να σου λείπω.





© Sea & Sky
[το ποίημα, εδώ ]

KI ΑΣ ΛΕΝΕ....

Ο θάνατος κι ας λένε
δεν είναι ο πόνος

Σ' ακουμπά και σε παίρνει

Είναι μόνο
που δεν το ξέρεις

Ο θάνατος
Δε σ' εχθρεύεται
Είναι ο φίλος σου

Δε σ' αρέσει που
έρχεται απρόσκλητος

Ίσως
Μια μέρα γεμάτη φως
Μια μέρα που σκέφτεσαι στίχους
ή το τέλειωμα
από αφημένες ιστορίες

Τρομάζεις
Λες
Δώσε μου χρόνο
Ελέησέ με
Την τελείωση του ποιήματος
Ελέησέ με
Το άγγιγμα
της ολοκλήρωσης

Δεν ακούει

Χαμογελά μόνο
Γλυκά

Και κάνει πάντα
ό,τι συνηθίζει

Σ' ακουμπά και σε παίρνει


© Ακροθιγώς - MERIL

[το ποίημα εδώ]

Η Μνηστή της Κορίνθου 21



Μινώταυρος απάνω σου και ύπνος
με μιαν ανάσα που μυρίζει αιθάλη
να σου φυλάω τη νύχτα σου και πάλι
να πλέει των ονείρων σου ο κύκνος

Τα τέρατα του ξύπνου έχουν λουφάξει
τα δένει μιας αγρύπνιας αλυσίδα
αφρούς να βγάζουν μοναχά τα είδα
κανένα δεν μπορεί να σε πειράξει

Του βλέμματός μου ωραία κοιμωμένη
μισό κορίτσι και μισό γυναίκα
παίρνω αέρα και μετράω ως το δέκα
να μένεις μ' ένα πούπουλο αγγιγμένη

απ΄το φτερό μονάχα του ερωτά μου
κοιμή- κοιμήσου ήσυχα κυρά μου



© ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΟΣ
[το ποίημα, εδώ]

Παραμεθόρια.. (3)

- Μαζεύτηκαν πουλιά

- Έχει γιορτή ο θάνατος

- Και τι γιορτάζει;

- Την αιώνια μοναξιά του..

- Θα πας;

- Θα πάω.. Θα 'ρθεις μαζί μου;

- Φοβάμαι τη μοναξιά..

- Κι εκείνος.. γι αυτό γιορτάζει.



© DARK RAIN - Μαρία Νικολάου
[το ποίημα, εδώ]

Με τον τρόπο της Virginia Woolf

Φέρε το μαύρο μου παλτό
μες στην ντουλάπα κλειδωμένο το’ χω αφήσει.
Είναι αιώνες ξεχασμένο από τα μάτια της ζωής
κι έχει ποτίσει μυρωδιά από ναφθαλίνη.
Θα το φορέσω και θα βγω έξω στο δρόμο
σέρνοντας βήματα βαριά
θα περπατήσω ως την άβολη λεωφόρο των ηρώων
και θα σταθώ μ’ ένα τριαντάφυλλο στα ξυλιασμένα δάχτυλα
ψελλίζοντας τετράστιχα
και ξεχασμένους μονολόγους που θάφτηκαν στη σκόνη.
Ανύποπτοι οι περαστικοί θα με νομίσουν για τρελό
θα με χλευάζουνε οπάλινα τα χείλη
και θα με φτύνουν που δεν άστραψα ποτέ μου
σαν τους χρυσούς κυνόδοντες που έντεχνα σκεπάζουν τώρα πια.
Έπειτα
τις άδειες τσέπες θα γεμίσω μ’ ό,τι βρω
χρόνια βαρίδια που μου στράβωσαν τους ώμους
και γανωμένους έρωτες
που μου τσακίσανε τη μνήμη μ’ ένα σάλτο
κι ύστερα όνειρα βουβά
που κάθε βράδυ στοίχειωναν τα μάτια μεθυσμένα
και ζύμωναν τον ύπνο μου με σηκωμένα τα μανίκια ως τους αγκώνες.
Θα’ ναι πολλά
κι ίσως τα γόνατα λυγίσουν απ’ το βάρος
όμως εγώ θα στυλωθώ
θα υποδυθώ ότι αντέχω άλλο τόσο
και μ’ ό,τι έχω στιβαρό
θα βρω ένα λάκκο με νερά στην άκρη της ασφάλτου
και θα ξαπλώσω μέσα του σφαλίζοντας τα μάτια.




©ΑΙΟΛΟΣ -Χρήστος Μιχαήλ
[το ποίημα, εδώ]

Μαύρη Λειτουργία Ι



Σάρκας σταρένιας σκοτεινή, κορμιού θρησκεία –
σπλάχνο μου ξόρκι έδεσες -φτερά την προσκυνούν-
σαλεύει και αναδύεται η Μαύρη Λειτουργία,
δράκοντες που αγάλλονται και λύκοι που υλακούν.

Νύχτα, και πάλι με γεννάς -με διώχνει πάντα η μέρα-
και με τη λέξη ψηλαφώ κι όλο γυρεύω
τον εκπεσόντα γιο και αρνούμαι τον Πατέρα
και ομολογώ έν βάπτισμα στη σάρκα που λατρεύω…

… Το τρομερό μου «Αμήν» στα πόδια σου αποθέτω,
να δούμε αν θά ‘σαι άξιος τού «Ωσαννά»,
για το κορμί της -ναι, η βασιλεία σου ελθέτω-
εσένα τώρα επικαλούμαι, Σατανά.



© ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ

TOUCHING TONGUES



Εδώ. Πάνω στο τζάμι του χνώτου σου
περιφέρω με στ’ αρχικά της ανάμνησης
πώς κοίταξα αγχωμένη στον καθρέφτη
αν ήμουν χτενισμένη όταν με πρόσεξες
ή αν δαγκώνεται η μάνα μου ντροπή.

Εδώ. Κι αν είναι προϋπόθεση
να κοιμηθώ μια μονιμότητα του ύπνου
για να ξυπνήσεις
βαλ' το καλά στην απουσία σου:
εμένα θάνατος
δε με ξαναπαντρεύει.

Εδώ. Ρούπι δεν το κουνάω
απ' το παράθυρο.
Δεν αστειεύομαι. Θα 'ρθείς.




© SOUL FOR POETRY
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

Άτιτλο, 6/12/2007



Τρέχουν συνεχώς δάκρια, πέφτουν μες στο
πηγάδι που μ’ άνοιξε η γέννησή μου.
Γέμισα λέπια αδερφέ. Κουλουριασμένη στο
κρύο. Ούτε μια κουβέρτα. Σαν σκυλί, με κλωτσούν
οι μέρες κι εξαφανίζονται.
Μηδενικά στιγμών και κοχύλια κατειλημμένα από φόβο,
βρέχει με ελάχιστες διακοπές.

Μην έχεις έγνοια.
Πάνω από το κουφάρι μου θα τραγουδάει ο αέρας
ότι ως θανάτου κράτησα.





© ΗΛΙΟΔΕΝΤΡΟΝ

[το ποίημα εδώ]

Ανομήματα



Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν νωρίς την Ηθική
-δήθεν με νίβουν μ' ανομήματα αιώνων.
Κι εγώ, ιέρεια στης Λαγνείας τη σπονδή,
Εκάτη, Αστάρτη, ηδονών μα και δαιμόνων
σε μιαν αντίληψη του κόσμου αρσενική.

Είμαι η Γυναίκα και μου φόρτωσαν καιρό την Ενοχή...
-δεν έχουν οι αμαρτίες μιαν όψη μόνον.
Κι εγώ, στου Ανήθικου δοσμένη τη σπουδή,
με μίση και κατάρες τόσων χρόνων,
στα φαύλα και στα κρείττω η πηγή,

είμαι η Γυναίκα, που παλεύει την πληγή...




© ΣΟΦΙΑ ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ
(2/8/2000)

[και υιοθετείται η κατά τι τροποποιημένη γραφή του βιβλίου "Αν-επίκαιρα Ποιήματα" ]




ΛΕΣΣΙΝΓΚΤΟΝ ΙΙ

Η διάπλαση της άνοιξης καταμεσής
Βαρέως ορυκτού χειμώνος είναι το

θρυλούμενο

καθήκον,

Σκεπτόταν ο Λέσσινγκτον καθώς
Κλωτσούσε τη τύχη του με τις

σκέψεις του,

Τα πράγματα στην αρχή φαίνονται
Μάλλον υποκινούμενα από την

Αιθριότητα του ανθρώπου έναντι
Των σωρών από τετελεσμένα έτη

αφημένα

Στους

Πάγκους των υπαιθρίων πωλητών
Περνάει κάποτε η αστυνομία και

τους μαζεύει

όλους

Περισυλλέγοντας τα έτη σε σακούλες
Για να τ' αποθέσουνε μετά 'πό λίγο

στα κρατητήρια

Αργότερα προσέρχονται οι συγγενείς
Και τα βλέπουν κλεισμένα σαν αγαθούς

όφεις

σε αισχρούς

περιστερώνες,

Ωστόσο η λαμπρότητα της εκκίνησης
Του μέλλοντος διεκδικείται επίσης και

από το έκζεμα

του παρελθόντος

κυρίως απ'αυτό,

συνέχιζε να μονολογεί ο Λέσσινγκτον,

Για κάποιο λόγο είμαστε μάρτυρες
Του αναχρονισμού του δέοντος στα

πανανθρώπινα

Και μάρτυρες

Της καθοσιώσεως του ήδη όντος
Από την εσώκλειστη συνέπεια της

έλλειψης ηλίου

ανάμεσα στα φωτοσκιώδη παιγνίδια

της Ιστορίας,

Πόσο μπορεί να ισχύσει ένας τριγμός
Του κόσμου στα μυαλά εκατομμυρίων

ανθρώπων

και πόσο

Μπορεί να διαρκέσει ένας ολόκληρος
Κόσμος τριγμών στην ήδη λεηλατημένη

από σεισμούς

γη της επαγγελίας;

Αν η Ιστορία είναι μύλος βραδύς
Τότε η κρίση της ιστορίας είναι

αυτή η ίδια

η βραδύτητά του

Στον που βιάζεται ο χρόνος αντίκειται
Στον που αναμένει ο χρόνος αφίεται

'Ομως είναι εξίσου αλήθεια πως

Το αίσθημα που αφήνει η αμφιθέα
Κάθε κρίσιμου παρελθόντος είναι

υψοφοβία

Το δε αίσθημα εκ των μαζών αγοραφοβία
Είναι ωστόσο προνόμιο των αετών να

περιπολούν στην άβυσσο

ωσάν να ήταν

ώρα σχόλης από την άβυσσο

Και εμμονή των επιχθονίων να σύρονται
Μονίμως στη γη ωσάν να ήταν πάντα

ώρα δουλείας

σε νοικιασμένο καθαρτήριο

Πάντως, φαινόταν σα να καταλήγει ο
Λέσσινγκτον ενώ από το κτίριο της

χορωδίας

Ακουγόταν ο Φιντέλιο, ας δοκιμάσουμε
Ακόμη μια φορά να σπείρουμε λέξεις

στα χωράφια

για να λάβουμε πιθανώς

τεράστιες εκτάσεις από

Φυτείες με εκκρεμή που παραμονεύουν•
Μία και μόνη σαστισμένη αναδίπλωση

του κόσμου

αρκεί για να τα κάνουν

να πηγαίνουν πέρα δώθε όλα μαζί

Τα σκυλεμένα οράματα νεκρών αιώνων
Ξανά επιθυμώντας, τα χαμένα περάσματα

προς

τις νιογέννητες ηλιακές έννοιες

της ανθρωπότητας

Σε νήπια προσμονή ανυμνώντας

© The Return

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
(Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ 2Οου ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΑΙΩΝΟΣ- ΑΜΗΝ)



Τα ποιήματά μας δεν είναι άνθη
για να τα κορφολογήσουν
τα τρυφερά χέρια των κορασίδων .
Τα ποιήματά μας δεν είναι ρόδα
για να τα προσφέρουν μπουκέτα
οι αβροδίαιτοι καθηγητές ποίησης
που δεν έγραψαν ένα στίχο στη ζωή τους.
Τα ποιήματα μας είναι δέντρα
που ρίχνουν τον ίσκιο τους στο μέλλον.
Αλλά οι τυφλοί δεν βλέπουν το δάσος....



© ΣΤΗΛΗ ΚΑΠΝΟΥ
smokecolumn

Η Μνηστή της Κορίνθου 15



Πως και να υπάρχεις έξω από τις λέξεις
και μέσα τους και πάλι να σε βρίσκω
είναι δικό σου πια αυτό το ρίσκο
που θες να κατοικείς για να διαλέξεις.

Μαζί με το φεγγάρι που ανεβαίνει
πυκνώνοντας γύρω απ' το μίσος πλήθη
μια στιγμή πριν το βούλιαγμα στη λήθη
και μόνο τ' όνομά σου τα τρελαίνει.

Μ' αυτό το μίσος φτιάχνω ένα στεφάνι
λουλούδια λέξεις πάνω στα μαλλιά σου
κι όλα τα τέρατα φεύγουν μακριά σου
καθώς το ποίημα ορατή σε κάνει.

Κάνε ένα νεύμα λύπης στους χαμένους
κι ένα χαράς προς τους ερωτευμένους.





© ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΟΣ

[το ποίημα εδώ]

Άχραντος Βλασφημία

Είσαι αγία
της ανηθικότητος
και της λαγνείας

Θηριώνυμη του πάθους

Ερωτικού ψυχορραγήματος
είσαι
ο Σπασμός

Εκδύεσαι των φυλλωμάτων σου
και απονέμεις στην όραση
την αδήριτη
διαύγεια της γυμνότητος

Ενδεδυμένος
τα δαιμονικά μου άμφια

Ιερουργώ
με ευλάβεια
εξοντωτική
στη μυσταγωγία του σώματος

Και καταβαίνω
Σύσσωμος
στο ευλύγιστο τόξο των μηρών σου

Και υποτάσσομαι

Ενώπιος
στο θρίαμβο
της ροής σου


Μηδέποτε κοινωνίαν
πλην αυτής
του υγρού ιάσμου σου
θα μεταλάβω.


© Monody - Γιάννης Τόλιας
Νυχτερινές Ασκήσεις Συναισθήματος

Άτιτλο



"Αν καίει στην άκρη σου
Ρηγάτο φως
Κάποιος θα σε βρει έλεγες
Και Θάλασσά μου
Έτρεμες σύγκορμη
Σ` όλη την έκταση επιθυμίας
Κύματα
Δίχως εχθρό ξεσηκωμένα


Κόμη νοερά
Του σκοταδιού το περιεχόμενο η πλεονάζουσα ανηθικότης
Αχ
Άλλη από Ταίναρο Μεσόγειος"


© Σωκράτης Ξένος
Σημύδες και άλλα ποιήματα

Κουβέντα με το Θάνατο



Μίλησα τη νύχτα
Με το Θάνατο

- Ήρθες για μένα
- Έχεις ακόμα
Αίμα
Στα γραφτά σου

Θα ξανάρθω





© Γιάννης Βούλτος (2008)
Τετράδιο Ποίησης

Επιθυμία


Γιατί σε φωτογραφίζω κρυφά

με τη ματαιότητά μου

κάθε που δραπετεύεις στον

ουρανό της θλίψης σου

Γι' αυτό σε θέλω




© DREAMERS
Ημερολόγιο συν~αισθημάτων...

Στρογγυλεύω



Καλά που είχα φυλαγμένο
εκείνο το μικρό κομμάτι ουρανού
που μου αναλογούσε απ’ την κοσμογονία
και δεν το ξόδεψα, η φιλάργυρη
Έλεγα πάντα: «άστο να βρίσκεται
αναμένεται ανατίμηση του γαλάζιου»
κι οι νύχτες δυσκολεύουν
κι η όραση ασθενεί στα σκοτάδια

Δεν ήτανε και λίγα όσα τόλμησα
τόσες εικόνες που συθέμελα ανέτρεψα
τόσα ταξίδια επιστροφής απ’ το μηδέν
Κι η Ιθάκη
πλοίο που όλο ξεμακραίνει
με ούριο άνεμο απογοήτευσης
Που να τη φτάσεις;

Να, έτσι στάθηκα στο πλάι σου
Ατελής πρόταση με αποσιωπητική ευκρίνεια
κι ένα νυστέρι προέκταση χειρός
άφθαστο στον αυτοτραυματισμό των λέξεων
να χάνουν λίγο αίμα, να μοιάζει με θυσία
η αυταρέσκεια της ωχρότητάς τους
Κι ύστερα
σε μια υπεράνω αυστηρότητας προσπάθεια
φιμώνω τα επιφωνήματά τους
για ν’ αποδείξω ωριμότητα απαρεμφατική
και να προσποιηθώ προσήνεια

Στρογγυλεύω, στρογγυλεύω την αιχμή
Λείο σαν χάδι μωρού, βλέμμα αθώο
Λεία σε άντρο καιρού, άμοιρο ζώο

Όρθιο στάσου ποίημα
στο ύψος της αλλοτινής σου αίγλης
δε σου αρμόζει ο λυγμός
Κινήσου στο πλάτος του κόσμου
και κατοίκησέ τον.



©Στέλλα Γεωργιάδου just a woman

Η ΑΝΟΙΞΙΣ ΣΕ ΜΠΟΥΚΕΤΟ



Όταν πεθάνω, Κύριε
Εγώ που με αξίωσες να ’χω μια τέτοια
Μάνα
Ούτε την προτομή μου θέλω πουθενά
Μα ούτε και στο Αιγαίο
Να σκορπιστεί η τέφρα μου
Κι εκεί, στην υγρασία του, να λιώσει

Εγώ
Που ξέρεις πώς προσπάθησα
Και ποιες κοινοτοπίες
Στην ποίηση και τη ζωή απέφυγα
Ζητώ Σε χάρη μου βλάσφημη, διττή
Μήτηρ, υιός, μήτηρ, υιός
Κι Άγιο Πνεύμα τίποτα
Τίποτ’ από τη ζήση Σου δε μένει
Και ξέχασες ποιος κλαίει κάτω απ’ τον
Σταυρό
Ποιος κλαδεύει τα καρφιά
Που μπήγεις στον εαυτό Σου

Γιατί όπου έκλαψε η μάνα μου
Καλά το ξέρεις, Κύριε
Εφύτρωσαν τα στέφανα
Που μόνο για μιαν όραση προόρισες
Κι όπως μόνο στα μάτια μου
Φαίνονται τόσα χρώματα στα λέλουδα της θλίψης
Της
Εκλιπαρώ:
Μόνον από το χέρι Σου
(Αφού θα πάρεις το δικό μου)
Ταιριάζει πλάι στο μνήμα της
Η Άνοιξις να πηγαίνει σε μπουκέτο

Αφήνοντας στην προσευχή αυτή
Την έσχατη παράκληση˙
Το άψυχο κορμί μου να οδηγήσεις
Όπου την αναπαύεις, Μεγαλοδύναμε
Στο χώμα που με στοιχειώνει να με πας

Πού ξέρεις-τέτοια γειτνίαση
Βλάσφημη του θανάτου Σου
Μπορεί να Σε διαψεύσει
Κι έπειτα τόση ποίηση

Την Ιερή να ξαναβρώ της Μάνας μου γαστέρα
Ενεός που μ’ αξιώνεις την υγεία της όσο
Γεννιέμαι ακατάπαυστα στο δάκρυ της που στάζει




© SOUL FOR POETRY
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗΣ (2008)

Ολισθαίνοντας

Θεραπαινίδες ώρες με ετοιμάζουνε
την άνοιξή σου να υποδεχθώ
Αρώματα να ενδυθώ, τον ζέφυρο
τα άνθη των αγρών, την δρόσο των
τα σύννεφα των ουρανών,
κι έπειτα να’ρθω στον γκρεμό της αντοχής
για κείνη την υπόσχεση που δώσαμε
Αγγίγματα ν’ αφήσω στης ακοής τα όστρακα
ανάσες, άνασσες κραυγών
της ιαχής σου μάρτυρες
Να σβήνω και να καίγομαι
να μάθω μ’επιμέλεια

Κι εσύ, του ονείρου μου ο πλοηγός
συνθλίβεις τους χειμώνες στην παλάμη σου
και φυλακίζεις φως στα βλέφαρά σου
Λεπτό πουλί η Εποχή που αρχίζει η δική μας
μαθαίνει να πετά γοργά και έρρυθμα
με τα φτερά της να σπαθίζει το κενό
και το ευάλωτο
Άλλο αλυσόδετη και δέσμια της σύνεσης
μην την κρατάς
Λευτέρωσέ την κι άσε την επάνω μου
για να κουρνιάσει ήρεμη και εφησυχασμένη
Και πρόστρεξέ την, προστάτεψέ την
μην την πονάς

Πόσο καιρό περίμενα να γίνει αυτό που είσαι
πόσο καιρό σε θήλαζα απαντοχή κι ελπίδα
-πόσο καιρό σε έθρεφα αγάπη-

Αργά αργά προς την μεριά σου ήρθα
ολισθαίνοντας

Άλμπουρο η ικεσία μου ορθώνεται
τρυπά τους ουρανούς σαν μια κραυγή
Και λαχταρώ να προσαράξω
στου σώματός σου την ιερή κοιτίδα
Καίει ο νόστος της αφής σου
και θεριεύει
Πότε θα μας αγγίξουν
οι συνέπειες των λόγων μας;
Εύφλεκτες ύλες οι σκέψεις
κι όλο σπινθήρες επιθυμιών γεμάτες
Θρυαλλίδες αφορμές ανατινάζουνε
κάθε αιδώ
κι αδημονώ να σβήσω
την φωτιά με μια έκρηξη
Στην κάπνα, στην μάχη της εξουθένωσης
να μου βαφτίσεις σάρκα ολοφυρόμενη
Καυτό το μάγμα
τις φλέβες μου πυρώνει κι αναδεύεται
Και κόλαση η λάβα που δεν ξεχύνεται
φυλακισμένη στων λεπτών τις αρτηρίες


Μες στων χεριών μου τις ακτές

κύμα να σε λικνίσω

© ΙGNIS

Εσώτερα-Ενδότερα

Ανιλίνη - Είδα να πεθαίνουν



Είδα να πεθαίνουν
άρρωστοι άνθρωποι
στο νοσοκομείο
κι έξω η βλάστηση
να οργιάζει·

σαν να κλέβουν
απ’ τους πονεμένους
ελπίδες κι ανάσες
τα λουλούδια
για ν’ ανθίσουν.

© ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΗ ΒΟΡΙΑ

9.4.08



"μα ποια ιδέα δάκρυσε ψυχή μου;
στα γόνατα διπλώθηκε τον πόνο
και αλαλάζον χαραυγή
εφίλησε το στόμα; "





σου γράφω κομμένο χαρτί
με τυλιγμένη την απόσταση βαρκούλα
και δένω γυάλινο φιλί κρυστάλλι
αθροιστικό
να λάμπει ωσάν της χελιδόνας το φτερό
εμβαπτισμένο ήλιο
με την ανάσα κεφαλαία
ακόνι στους υφάλους σαν κάθεται το φως
δεμένο από όνειρα σφιχτά

τι όμορφος! τι όμορφος κρουνός δακτύλων
μ’ αστείρευτες αφές από την πρώρα
των χειλιών που σμίγουνε αφρό

μα αφειδώλευτα το στήθος
ανεμώνης πετά τον στεναγμό του

τι όμορφη! τι όμορφη!
της γυμνής θάλασσας οι στεναγμοί

και της κοιμώμενης άμμου
η ερμηνεία
στο σμαραγδόκηπο της Λίλιθ ανακτούν
οι λάγνες μέρες των αγγέλων
και η ράθυμη καλλιέργεια των σωμάτων
ανευλαβή
προβάλουν τέρψεις


σου γράφω τρέξε να ονειρευτώ
και ως να πέσει καύτρα επάνω μας η νύχτα
λύσε γυαλί στη φλέβα που ηχολογά
και μ’ απορεί

θα με αντέξεις άραγε φιλί
μες την ξυπόλητη αμμουδιά;


(αχλύς και δαίμων VII)

© Ελένη Νανοπούλου

ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗ



Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς
του εφιάλτη σου

Όταν οδηγώντας δε θα ανταμώνεις πια ούτε ψυχή
απ’ τ’ άλλο ρεύμα
Τότε θα προβάλλουν δίπλα στα εικονοστάσια τους
Όλοι οι σκοτωμένοι κείνων των δρόμων της
ασφάλτου
Καθένας με την αποκρουστική μορφή
Τη χαρισμένη από τη μοίρα του την ώρα του θανάτου
Θα σε χαιρετούν όσοι έχουν χέρια
Θα σου μιλούν όσοι έχουν πρόσωπα
Οι άλλοι που δεν τους έχει μείνει τίποτα
Θα χουν γραμμένο στο οδόστρωμα με αίμα ένα
μήνυμα
Για σένα που μπορείς να το διαβάσεις
Για σένα που μπορείς να τους ακούσεις
«οι δρόμοι αυτοί θα είναι πάντα στοιχειωμένοι»
Και πάντα θ’ αντικρίζεις τους νεκρούς
Νύχτα στις λεωφόρους και στις εθνικές οδούς

του εφιάλτη σου

© VOULTOS Γιάννης Βούλτος

12'.13''



Ένα σπίτι που ανασαίνει... πραγματικά! με ζωή δική του. Με σώμα
δικό του. Έκθετο και μυστικοπαθές την ίδια στιγμή. Παραβιασμένο και
πρόθυμο. Εγκαταλελειμμένο και ζωντανό.


Και τα πάντα να υπαινίσσονται όσο ξεκάθαρα δηλώνονται, σε
πραγματικούς χρόνους ονείρου.

Μπορώ να πω κι άλλα. Δε χρειάζεται. Το κρατάω μέσα μου δίπλα σε
ένα μεγάλο θαυμαστικό.

Respect και πάλι respect! (κ thanx για την τιμή εννοείται!)

[γι' αυτό και μόνο από σήμερα σταματά η αγχωτική μέτρηση των
ημερών]



© Jirashimosu

You're right...He's left



μη με ζητησεις και λειπω...

μη με ζητησεις και λειπω



σε παιρνω μαζι μου

σε παιρνω μαζι μου



διχως σωμα ειναι το ιδιο κι αλλου




© ΠΑΤΟΥΣΕΣ ON THE ROAD ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΔΑΣΟΣ

''in your room''



σε ένα δωμάτιο που μύριζε μυστικά
έκλεισα όλα τα όνειρά μου
και αν κρύωνα άναβα το αερόθερμο

και ένα τσιγάρο για να με βγάζεις
φωτογραφίες
και να βάζεις λεζάντες ''in my room''
και να τις στέλνεις με email
και να τις βρίσκω ακόμα
γιατί δεν τις έσβησα.
Έσβησα το αερόθερμο πριν φύγω
το τσιγάρο πριν ξαπλώσω
αλλά τις φωτογραφίες τις άφησα αναμμένες


© JUST WATCH ME BURN...

Όταν



η άπνοια χλευάζει την όποια προσπάθεια

να σαλέψει έστω ένα φύλο συναίσθημα

όταν τα επίπεδα δεν καμπυλώνονται από το βάρος της ανίας τους

αλλά σπάνε κατευθείαν

όταν λείπει η απαιτούμενη περίσσεια

πώς να βγάλει κανείς βόλτα τις λέξεις

και πού να τις πάει…

© KATARAMENOS' WEBLOG

Το γενεαλογικό δέντρο



Περιστάσεις
Αυστηρές μητέρες που μπουκώνουν τα στόματα των παιδιών τους με λέξεις.
Για να μεγαλώνουν.
Στιγμές
Βιαστές της σκέψης και του μυαλού.
Κανένας δεν προβλέπει τιμωρία για τέτοιου είδους εγκλήματα, αφού δεν
υφίστανται καν.
Συνθήκες
Θήκες, σαν αποθηκευτικοί χώροι απόψεων. Αναλόγως με το "συν"

περιπλανιέσαι στους εαυτούς σου και διαλέγεις ποιον θέλεις να παρουσιάσεις
στο σόου της κοινωνικότητας.
Συγγενείς εξ αίματος με τις Αναιρέσεις.
Αρχικά, με τους άλλους.
Έπειτα, σφηνώνει το "αυτό" και εχθρός σου γίνεται ο εαυτός σου.


Αναιρέσεις Όμορφες, πανταχού παρούσες, ειδικευμένες στην τέχνη της αποπλάνησης.
Θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με τις Σειρήνες του Οδυσσέα. Πιθανότατα
να τίθεται θέμα αιμομιξίας με τις Συνθήκες αλλά φροντίζουν πάντα να
καλύπτουν τους εαυτούς τους με τους εαυτούς τους.
Τυχαίο
Το αγαπημένο παιδί της Μοίρας. Οιδιπόδεια και τέτοια. Εξωτερικά αφελές

και αθώο, στην ουσία όμως πανούργο.Αναζητά πλάτες. Αυτός είναι ο
προορισμός του. Άξιον απορίας πόσα μαχαίρια κρατά.
Μοίρα
Γυναίκα μοιραία που αν την πιστέψεις, μοιραία θα σε οδηγήσει στα
μονοπάτια του αναπόφευκτου.
Σιωπή
Πτυχιούχος λογοθεραπεύτρια, ασχολείται ερασιτεχνικά και με τη μουσική,
αιώνια υπερασπιστής της αλήθειας. Κατά τα άλλα, λάτρης της διπλωματίας.
Λόγος
Πολιτικός που και ο ίδιος έχει χάψει το παραμύθι που έχει πλάσει. Ενίοτε
παράνομος εραστής της Σιωπής.
Αλήθεια - Ψέμα
Η σειρά ας θεωρηθεί τυχαία. Το Τυχαίο πάντα φυτρώνει εκεί που δεν το
σπέρνουν. Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι αυτό?
Παρά ένα γράμμα δεν είναι το Α και το Ω.
Παρά λίγο και τα δύο άκρα θα ενώνονταν.
Σιαμαία που ο χωρισμός τους θα σήμαινε αυτοστιγμεί και το θάνατό τους.
Φόβος
Το μαύρο πρόβατο της οικογενείας.
Ο εγκληματίας των εγκληματιών.
Ερμαφρόδιτος. Μπορεί να κυοφορήσει και να γεννήσει πολλά συναισθήματα.
Για του Λόγου το Αληθές πολύ δημιουργικός.
Θανάσιμος εχθρός της Αγάπης.
Αγάπη
Κατάγεται από το Αγαπώ.
Από το Α και το Ω.
Δεν ντρέπεται για την καταγωγή της όσο κι αν την έχουν ευτελίσει.
Αυτή γνωρίζει.
Είναι η τρίσβαθη ρίζα και το τελευταίο φύλλο που ακουμπά τον ουρανό.


© TANGUERA


ΧΡΟΝΙΚΟ



Κινδυνεύομε στους γκρεμνούς σαν ποιητές.
Το βουνό που ανεβαίνει ομαλά από το βορά στα χίλια μέτρα
γκρεμίζεται απότομα στη νότια θάλασσα.

Πολλά χιλιόμετρα δύσκολοι γκρεμοί…..
Τεράστιοι βράχοι πέτρινοι άρχοντες
με τη θάλασσα στα πόδια τους σα σκλάβα.

Στα διαζώματα φυσούν οι αιώνιοι άνεμοι
που μας δυσκολεύουν μπερδεύοντας τα σχοινιά μας
Βρίσκομε τ΄ αρχαία μονοπάτια
στη μέση του χάους
εκεί που μάθαιναν να μη φοβούνται
οι ορεσίβιοι.
Βρίσκομε τα σημάδια γενναίων ανδρών
που διακρίθηκαν
στους δύσκολους αυτούς τόπους, τα καταφύγια των αετών
που δεν λερώνουν τα νύχια τους στο χώμα .
Βρίσκομε τα καταφύγια των λογισμών
που δεν μπορούν να ζήσουν πια
με τους ανθρώπους.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
σταματούμε στις όχθες του χρόνου.
Όσο αντέχει η καρδιά μας.
Δεν μένομε πολύ στις απόκοσμες ακρογιαλιές των
αναμνήσεων
που είναι φτιαγμένες
από φως του φεγγαριού και λησμονιά.

Εκεί που ακούγονται
τα κύματα του χρόνου
μέσα στη νύχτα και τη σιωπή.

Αυτός ο ήχος είναι το τραγούδι της νύχτας.
Τα μυστικά λόγια των ανέμων στους έρημους τόπους.
Αυτό είναι το λουλούδι του φεγγαριού που είναι μαζί το
αύριο και το χθες.

Αυτό είναι το τραγούδι της νύχτας.

Τα μυστικά λόγια της αφόρητης ομορφιάς.
Φεύγομε. Δεν αντέχει η καρδιά μας.

Βιαζόμαστε.
Ξημερώνει εργάσιμη μέρα.

© Κ. Ψαράκης

ΛΕΙΠΕΙΣ



Ο χρόνος αγαπά(;)
να γράφει απουσίες

-τη δική σου οπωσδήποτε-

Νομίζω σε κρατώ
εντός βέβαια….
(πού αλλού;)
Μα
Λόγος δίχως αντίκρισμα

κι ας σε κουβαλώ
(όπως ισχυρίζομαι)
όπου και όπως θέλω
ανεμπόδιστα

(το αναντίρρητα πού το πας;)

Oι μέρες γράφουν τη λέξη
όλο και πιο συχνά

ΑΠΩΝ

© ΑΚΡΟΘΙΓΩΣ

Καλοκαίρι;



Μαράθηκαν τα δελφίνια μου
στον ωκεανό
σαν όνειρα
σε άνυδρες ψυχές ανθοστήλες

δεν έχουν οι ελπίδες δύναμη
να βγουν στη στεριά
να ξεψυχήσουν

καρτερικά θα περιμένω
το καλοκαίρι

© ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ

Πέτσινα ρεζερβουάρ



Σε δημοσιά τα μεσάνυχτα
φωτισμένη και μάταιη
κοντράρεις το τέλος του χρόνου.

Γρούζει η σαρκή μηχανή σου.
Στη σέλα του ίλιγγου
βιάζεις τα γκάζια της.

Μυστήρια της μνήμης
πυρωμένα αποθέτεις
στα ριζιμιά των πηγών
που αναβλύζουν στο αίμα σου.

Χωλές αμαρτίες του αύριο
ν' αρνιέσαι επιμένεις.
Τον δύσποτμο Σκύθη λογχίζοντας
μυρωμένος μετάλαβες
του άχραντου θανάτου.

Η σκέψη ποτάμι που τρέχει
σε ισχνές διεγέρσεις του απείρου
αυτή με ριπές σε εξυψώνει.
Τεταρτημόρια άστρων
μπροστά σου απλώνει
και γράφει:

Είναι ίσως ακόμη μακρύς
ο δρόμος για σένα
ή μπορεί και να χάθηκες
σε κάποια στροφή του
καθώς βιαζόσουν
να φθάσεις στο τέρμα του.

© Siqvis Κρήνης Αθανάσιος

Σε ρυμουλκώ στα σκοτεινά...



Σε εσένα πλοηγώ τις σκέψεις.
Νύχτα αργά το φως σβηστό
θέλουν φως αυτές οι επισκέψεις.
Εγώ εδώ κι απέναντι αυτό
καράβι μεταγωγικό
με άδειες καμπίνες
άδειο από λέξεις.
Δεν του μιλώ μόνο κοιτώ
να το ανεβάζουν άδειο τα νερά
με μηχανές σβηστές
και με μια πλώρη
που θα μου έπαιρνε το χτες…
ήσουν στη γέφυρα
κι ήμουν εκεί που θα έριχνες σκοινιά
να πλεύριζες
τις ταξιδιώτισσες τις σκέψεις…
μα είναι τόσο αργά
το ρυμουλκώ εδώ στην αγκαλιά
και όλο εκεί κοιτώ
στη γέφυρα
να ανάψεις φως
να επιστρέψεις।

© εθελουσία οδός Γιώργος Ποταμίτης

Καλύτερα λίγα;



στην Ignis



Πέφτουνε άδεια όστρακα τα λόγια
σε αστραπής λαβωματιά και παίρνουνε
τη θέση σου - να μη φανεί
της απουσίας το κενό
του πόνου το ολόγραμμα κι η πίκρα
και κρύο σώμα ένα πιάνο χάσκει
στην ομίχλη των στίξεων
τήξεων αναβαλλόμενων στην τύρβη
όπως τα κόκκαλα ασπρόμαυρα βουβά
οι λύπες κι οι χαρές που σου 'χω δώσει
οικείος ρυθμός τον έχασα και ξέχασα
τον χτύπο χτύπημα
καπνός απ' την ανάσα της ψυχής σου
μια σιγανή αναπνοή στον άφιλτρο αέρα
για μια στιγμή γνωρίζω μόνο ό,τι δεν έζησα
χειροκροτούν οι λάμψεις άηχη χαρά
κλείνω τα μάτια σε παλιό σεντούκι
για τις μέλλουσες εκπλήξεις τις απτόητες
και μακριά η χρυσή ακτή ο θησαυρός
των ήσυχων πραγμάτων - πού να τρέχεις...

Εκεί που παίζουμε πολλές φορές
στο όνειρό σου, μου ψιθύρισες
.


© sea & sky

Μεταμορφώσεις



I
Εσύ
ζωγράφιζες ουράνια τόξα
και τα 'κοβα, τα καβαλούσα
απ' τη βροχή για να ξεφύγω,
Εγώ


VIII

«Πότε θα βρέξει;» ρώταγες.
Και δεν απάνταγα.
«Να κάψουμε τα νερά
με τα νερά μας»

Κι έβρεχε.
Και δεν άντεχα
τόση καμένη αλμύρα


XIII

Λησμόνησα τα σύννεφα
και φύλλο θρυμματίστηκα.
Τιτίβιζα «βοήθεια!»
στου ουρανού τα σκέλια.
Και δεν έπεφτε ψυχή

Κι ακόμη στο χώμα
εγώ


XIV

Τις πράσινες στιγμές
με φώναζαν «άγγελο».
Προσεύχονταν γονατισμένοι
με μάτια κλειστά από φόβο
δίπλα στις πληγές
που άνοιγαν σφενδόνες
σα με χτυπούσαν «σπουργίτι».
Οι άνθρωποι


XXI

Πέταξα ψυχή
κι ανάπνευσα, ψυχή μου
το χώμα που βαστούσες.
Για να φιλιώσουμε στο αντίο
δυο άνθρωποι μονάχοι

Κι ας βρέχουν κάποιες νύχτες
τρεις στάλες συλλαβές
στα στεγνωμένα χείλη

«ΠΑ-ΓΩ-ΝΩ»


XXII

-Παίζουμε τόξα του ουρανού;
-Έχω ξεχάσει πώς...
-Θα σε φωνάξω «σύννεφο»...

Μα εγώ δεν έβλεπα
ούτε και άκουγα
εκείνο το σφύριγμα
που χάρασσε το μπλε
ακριβώς στο μαύρο
της καρδιάς του

© Τζίνα Μουκριώτη

Τελευταία Παράσταση



Αυτή η κουρτίνα είναι για ν’ ανοίγει τη σιωπή…
Πάψε πια να κρύβεσαι πίσω της.
Πρόκειται για το ίδιο έργο
και φαίνεται πως γνωρίζεις το ρόλο μονάχα εσύ.
Έτσι όμως κλαίω λιγότερο
Κι αργούμε περισσότερο.
Ψάξε και κάτι για να σκεπαστείς.
Θα χιονίζει, λένε,
Στην τελευταία παράσταση.

© poetry-christina

Αναζήτηση



Σε ήχους φθόγγων,
στων λέξεων τη συντροφιά
ιχνηλατώ ανάσες,
μάτια γυρεύω
που κάποτε με διάβασαν
αλλιώς.
Εις μάτην...

© ΧΡΥΣΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ