Μωβ

Ρίχτο το γαμημένο... ν' ανάψουν οι ψυχές αναπτηράκια... να δω
το μέσα φως του Πλωτίνου ν' αγκαλιάζει το άλλο το έξω... το φως από
τη γενέθλια πόλη μ' αυτή που σηκώνει το χιλιόμετρο στα διακόσια...
καθώς ίπτανται πίσω τα δέντρα... νερό στα πόδια και χλόη...
περνάνε σάπια χαρτιά... προικοσύμφωνα εις άπταιστον
καθαρεύουσαν... παλιές εφημερίδες... όταν λέω όταν... να με πάτε
κάτω... να βρω χώμα να με φάει... εγώ που γνώρισα τη λάμψη... το
τσίγκλισμα του ήλιου στην πλάτη... το γαλακτώδες του τσίπουρου...
βάζεις τα παιδιά να κοιμηθούν... και γίνεσαι ο αρχαίος
θαλαμοφύλακας... ξυπνάς τα φαντάσματα ένα ένα με το φανάρι...
αγάπην δε μη έχω... και πάνω απ' όλα ξεκρέμαστος... αλλά πάτα με
στο λαιμό να σου τ' ομολογήσω... και σιγά που θα πάρεις την
ομολογία... εδώ στην άκρη... ερωτοτροπώντας με το συσσίτιο...
και κάθε χρόνο και πιο λίγα... κάτι κλειδιά κομπολόι στην προκυμαία...
κι ύστερα ανεμόβροχο... κάπου θα πρέπει να είχα μια μάννα... και
μια καταγωγή ουρανού... γι αυτό ίσως και να μην αντέχω την αγάπη
που δεν είναι αερόστατο στο Λεωνίδιο... κι εγώ λέει να γράφω... κι
αποκάτω νερά... και φυτά στο δέρμα των ποδιών... κι εγώ λέει να
γράφω... γιατί αλλού δεν κάνει ανάσταση ο χρόνος μου... κι εγώ
λέει να γράφω... γιατί ποτέ δεν ήμουν πιο πολύ απ' όσο όταν ήμουν
μόνος μου...

© ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΟΣ